ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ (Κρίση και υποσχέσεις)

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014 ·

Olivier Clement 

Σήμερα πολλούς ανθρώπους δεν τους ικανοποιεί πια ένας χριστιανισμός, που έχει καταντήσει φλύαρη ιδεολογία και ηθικολογία· για τους ανθρώπους αυτούς το θρησκευτικό βάθος της ζωής ανοίγεται πια μονάχα μέσα στην ομορφιά: Ένα τραγούδι που κάποιος έφηβος αρχίζει να τραγουδάη στο χορευτικό ρυθμό των σφιγμών του αίματός του με τη συνοδεία της κιθάρας του. Τα χειμερινά σπόρ , ο μεταμορφωμένος από το χιόνι κόσμος, όταν το φως φαίνεται να διαχύνεται γλυκά στη σάρκα της γης. Κάποιο πρόσωπο σε μεγέθυνση, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, παθητική ύπαρξη ταυτόχρονα ανοιχτή και κλειστή… Μέσα στη στιγμή της ομορφιάς, η καθημερινότητα κόβεται, σπάζει η θέληση για κυριαρχία και ασφάλεια που δίνουν οι τεχνολογίες, οι επιστήμες, η λογική. Στην ομορφιά το κάθε τι είναι δοσμένο και το κάθε τι απέραντο, δεν παίρνω πια, αλλά συνεπαίρνομαι· η οθόνη της διάνοιας ξεσχίζεται, όλη η ύπαρξη δονείται μέσα στη χάρη της γιορτής, και εκεί καθρεφτίζεται σαν παραδεισιακή αθωότητα.
Ωστόσο, η απελπισία μας το ξέρει καλά, η ομορφιά δεν προσφέρει καμιά λύτρωση. Χωρίς τη χάρη του Θεού, παραδομένη στον εαυτό της, η Όμορφη Δέσποινα, η μάνα του «Βασίλειου των Μητέρων», αποκαλύπτεται Μελουσίνα η πόρνη —. Και αυτή η βιβλική εικόνα της πόρνης ξαναγυρίζει αδιάκοπα για να υποδείξει τη σκοτεινή μαγεία του κόσμου της πτώσεως, μέσα στην Παράδοση της ορθόδοξης ανατολής, από τον άγιο Ισαάκ το Σύρο ως τον Γκόγκολ. Στον παροξυσμό της ζωής, η ομορφιά – οργασμός στην οποία τείνει ο πολιτισμός μας, έχει συνδεθεί με το θάνατο. Έχει διαχωριστεί από το αγαθό· κι αν το αγαθό, απομονωμένο από την ομορφιά, οδηγεί στην ευτέλεια, η ομορφιά, απομονωμένη από το αγαθό οδηγεί στην τρέλα. Ο Χέλντερλιν, ο Νίτσε, ο Βαν Γκογκ, ο Αντωνέν Αρτώ, κατάντησαν τρελοί, επειδή βυθίστηκαν μέσα σε μια φωτιά που δεν ήξεραν το όνομά της. Σε ορισμένο βάθος, έστω κι αν αυτό δεν αρέσει στον Καρλ Ράανερ, δεν υπάρχουν πια «ακούσιοι χριστιανοί», υπάρχει το δίλημμα της αγιότητας ή της τρέλας.
Θα ήθελα, για να μπορέσω να δώσω μια ιδέα των προβλημάτων και των υποσχέσεων, που συνδέονται με τη σημερινή αντίληψη του κάλλους, να προτείνω δύο διακρίσεις φαινομενικά απλές: τη διάκριση της αναλύσεως και της συνθέσεως, και τη διάκριση του πολιτισμού και της βαρβαρότητας, και να υποδείξω έπειτα μερικές όψεις του χριστιανικού χρέους.
Στην Ιστορία η ομορφιά γνώρισε πολλές κρίσεις. Για να περιοριστούμε μόνο σε μερικά επεισόδια δεμένα με την ιστορική μοίρα της Ευρώπης, αναφέρουμε το πέρασμα από την ελληνική κλασική τέχνη στην ιερατική τέχνη του 3ου αιώνα, που καταυγάστηκε γρήγορα από το χριστιανισμό, ή τη μακρά μετάβαση από τις αντιλήψεις της χριστιανικής μεσαιωνικής εποχής στο σύγχρονο Ανθρωπισμό. Σήμερα ωστόσο, δεν έχουμε μια κρίση σαν τις προηγούμενες, αλλά μια κρίση, με τη βιβλική έννοια του όρου, κάτι σαν αποκάλυψη μέσα στην Ιστορία.
Μέσα σ’ αυτή την κρίση – αποκάλυψη δυο απαιτήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες και επενεργούν η μια πάνω στην άλλη· η απαίτηση για αναλυτική διερεύνηση και η απαίτηση για μια ολοκληρωτική θεώρηση, μια σύνθεση.
Η ολοφάνερη κίνηση, η πιο «κριτική», είναι η τάση για αναλυτική διερεύνηση. Αρχίζει με τον κυβισμό και τον φουτουρισμό για να εκφραστεί με τις διάφορες μορφές της ανεικονικής τέχνης. ( Αν οι τάσεις αυτές παρουσιάζονται προπαντός στη ζωγραφική, δε θα ήταν δύσκολο να βρούμε ανάλογες τάσεις και στις άλλες τέχνες). Η κίνηση αυτή, για έναν ορθόδοξο θεολόγο, αποτελεί ένα είδος τραγικού «αποφατισμού», πιο συγκεκριμένα, μια «κάθοδο στον Άδη», που δε θα την ακολουθήσει η Ανάσταση. Από καιρό σε καιρό, κάποιος δημιουργός, προλαμβάνοντας την κίνηση αυτή τη φέρνει στο φως – ένας Μπράκ, ένας Μπαζέν για παράδειγμα — αλλά αυτοί είναι εξαιρέσεις. Στο σύνολο έχει ενσκήψει ένας χειμώνας, μια κοσμική παγωνιά, που αποσυνθέτει τη σάρκα της ομορφιάς. Ο κυβισμός ξεδιάκρινε στα φαινόμενα ένα γεωμετρικό σκελετό, ένα σκελετό όμως που διαλύεται σε σκόνη με το πρώτο άγγιγμα. Αφαιρώντας τους φλοιούς του κόσμου που είχε δημιουργήσει ο αισθητικός ρομαντισμός, ο κυβισμός συνάντησε τα πνεύματα της φύσεως, τα στοιχεία του κόσμου τούτου τα νικημένα από το Χριστό, που έτρεμαν σπασμωδικά μέσα στη σκιά. Πιο βαθιά ακόμα, η υλικότητα αυτού του κόσμου ταυτίζεται με τον κόσμο το «νοητό», ανακαλύπτεται η εσωτερική διαφάνεια του κόσμου, αλλά κοιταγμένη από τα κάτω φανερώνεται σαν «αχρηστευμένη σοφία», όπως την ονόμασαν οι Ρώσοι θρησκευτικοί φιλόσοφοι. Στις ακραίες περιπτώσεις η ύλη χάνει την υλικότητά της. Η σάρκα του όντος, τέτοια όπως τη γνωρίζουμε από την εποχή αρχαϊκής ελληνικής τέχνης, τέτοια όπως μερικά τη μεταμόρφωσε η μεσαιωνική χριστιανοσύνη, φαίνεται να σαπίζει και να μεταβάλλεται σε ράκη. Τα όρια χάνονται, τα αποκρυσταλλωμένα σχήματα του κτιστού όντος ρευστοποιούνται, εξαερώνονται. Ο άνθρωπος μπαίνει μέσα στα αντικείμενα, γίνεται ένα αντικείμενο κι αυτός ανάμεσα στα άλλα, τα επίπεδα συγχέονται. Το όριο ανάμεσα στο εγώ και στο μη-εγώ χάνεται, συχνά με την παρεμβολή των μηχανών και της μεγαλουπόλεως, ωσάν τα στοιχεία του κόσμου τούτου να ξαναπροβάλλουν, αλλά τώρα μέσα από μια τεχνική, που υποτίθεται ουδέτερη, αλλά που το πνεύμα, στ’ αλήθεια, δεν ξέρει μήτε να την εξορκίσει, μήτε να την προσανατολίσει. Το βλέπουμε στο φουτουρισμό, μέσα στον πάταγο των μοτέρ, μέσα στην ομορφιά των σπασμών του σουρεαλισμού, που είναι αλχημεία και γνώση της μεγάλης πόλεως, ή μέσα στο αμερικάνικο action painting της δεκαετίας του 50… Ο άνθρωπος, που χάνει την πνευματική του σταθερότητα, διαλύεται μορφικά. Φουτουριστές και σουρεαλιστές, ακόμα κι όταν διακηρύσσουν ότι είναι υλιστές, δεν είναι πια με την παλιά σημασία της λέξης· Ο άνθρωπος εξαφανίζεται, αλλά μαζί του εξαφανίζεται και η «ύλη». «Ο άνθρωπος, έλεγε ο Μαρινέττι, δεν παρουσιάζει πια κανένα ενδιαφέρον… Πρέπει να τον αντικαταστήσουμε με την ύλη της οποίας οφείλουμε να εννοήσουμε διαισθητικά την ουσία. Πρέπει να αντικαταστήσουμε την ψυχολογία του ανθρώπου, που είναι πια εξαντλημένη, με μια λυρική παραίσθηση της ύλης». Γενικότερα, το πιο χτυπητό στοιχείο στη σύγχρονη τέχνη, είναι η άρνηση του προσώπου· ακόμα και εκείνοι που φτάνουν, μέσα από την κάθοδό τους στον Άδη, σε κάποια συνείδηση της αναστάσεως, παρουσιάζουν μίαν αληθινή αδυναμία να παραστήσουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Ο νους μου πηγαίνει στις απαράμιλλες Άγιες μορφές του Μαννεσιέ, αυτά τα πελώρια μπουμπούκια της νύχτας που δεν μπορούν να λουλουδίσουν ποτέ. Η εξέλιξη είναι ανάλογη και στη λογοτεχνία, όπου οι λέξεις χωρίζονται από το λόγο και στροβιλίζονται σαν ξερά φύλλα μέσα στον ίδιο κοσμικό χειμώνα. Τίποτα πιο χαρακτηριστικό από τα μεγάλα έργα που ανοίγουν τον αιώνα, τα έργα ενός Τζαίημς Τζόυς, ενός Αντρέ Μπιέλυ. Ας πάρουμε για παράδειγμα το Πέτερσμπουργκ του Μπιέλυ. Ένα δωμάτιο και τα αντικείμενα που περιέχει γίνονται για τον ήρωα τα σύμβολα γεγονότων εντελώς εσωτερικών, όπως σε ορισμένα happenings. Η συνείδηση του Νικολάς Απολλώνοβιτς χωρίζεται από το σώμα του, ενώνεται με την ηλεκτρική λάμπα που φωτίζει πάνω στο γραφείο κι η λάμπα γίνεται «ο ήλιος της συνειδήσεως». Το στροβίλισμα των λέξεων εκφράζει το στροβίλισμα των φαινομένων. Ο Μπιέλυ ήταν ανθρωποσοφιστής και είχε αντιληφθεί, σ’ ένα διφορούμενο βάθος, πραγματικότητες που δεν είναι πνευματικές, αλλά που τις ονόμαζε «αστρικές» : μια σοφία που εξαναγκασμένη από τον υλισμό να μένει αχρηστευμένη, καταντάει παραισθητική, θα έλεγα δαιμονισμένη. Την επόμενη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου — που είχε κι αυτός κάτι το φουτουριστικό – ο ντανταϊσμός ολοκληρώνει την καταστροφή της γλώσσας, που η αστική χρήση την είχε καταντήσει αντικείμενο χωρισμένο από το Λόγο, προτού την αφήσει να αποσυντεθεί μέσα στο αίμα…
Αυτή η διαδικασία της διαλύσεως των κρυσταλλωμάτων εκφράζει στο χώρο της ομορφιάς μια ολικότερη διάλυση, μια κρίση της ανθρώπινης Ιστορίας που ερείπωσε τις αρχαίες «μονές» του όντος. Η μηχανή καταστρέφοντας τους οργανικούς τρόπους ζωής και ελευθερώνοντας με έναν οδυνηρό τοκετό το ανθρώπινο πρόσωπο από τους γήινους λώρους, η επιστήμη διαλύοντας τον κόσμο της αισθητής εμπειρίας σ’ έναν ωκεανό έξω – αισθητών αφαιρέσεων, η διάσπαση της ύλης και η «βόμβα», αυτός ο καρκίνος της Ιστορίας, οι σπασμοί της πείνας στις φτωχές κοινωνίες και οι σπασμοί της ηδονής του παραλόγου στις πλούσιες κοινωνίες, αυτά όλα είναι εκφράσεις της ίδιας κρίσεως. Η διαδικασία της αποδιοργανώσεως μέσα στην τέχνη αντανακλά, συχνά με τρόπο παθητικό, αυτή τη γενικότερη εξέλιξη. Αντανάκλαση παθητική, αλλά ταυτόχρονα προφητική: η τέχνη είχε εκφράσει από πριν τον κόσμο που διέσπασε η «βόμβα»· όπως ο Πικάσσο και ο Κάφκα είχαν περιγράψει από πριν την κοινωνία των στρατοπέδων συγκεντρώσεως.
Το χρέος του Χριστιανού, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, θα ήταν, νομίζω, όχι να αναζητήσει μια επιστροφή στα παλαιά σχήματα της ομορφιάς, αλλά να ψάξει για λύσεις πιο ριζοσπαστικές και με δημιουργική τόλμη να οδηγήσει πέρα από τα όρια του κόσμου τούτου — όχι προς τα «κάτω», αλλά προς τα «άνω». Η κρίση στο χώρο της ομορφιάς που περιγράψαμε, είναι ίσως μια πυρετώδης προσπάθεια για να προχωρήσουμε πέρα από τη βαρύτητα και τη διαίρεση που βασιλεύει στον κόσμο της πτώσεως, για να φτάσουμε σε μια σάρκα πιο ελαφριά, διαφορετική, σε μια σωματικότητα πνευματική που ξεπερνάει τους νόμους της παχυλότητας, της μη – ταυτότητας, — ώστε στο τέρμα αυτού του τραγικού και αποσυνθετικού «αποφατισμού» να αποκαλυφθεί το πρόσωπο του θεωμένου ανθρώπου.
Παράλληλη με αυτή την «κριτική», «αναλυτική» εξέλιξη και σαν αντίδραση σε αυτήν, παρατηρούμε, εδώ κι έναν αιώνα, προσπάθειες για μια ολοκληρωτική αισθητική θεώρηση της υπάρξεως, για μια σύνθεση της ομορφιάς. Θα έφτανε να θυμίσει κανείς το μουσικό δράμα του Βάγκνερ ή τις νοσταλγίες ενός Μαλλαρμέ, στον ΙΘ’ αιώνα. Στο κατώφλι του αιώνα μας, έχουμε το μεγάλο όραμα των συμβολιστών, που συνεχίζουν τις διάφορες «φιλοσοφίες της ζωής». Παντού στην Ευρώπη, αλλά ιδιαίτερα στη Γερμανία και τη Ρωσία, πλατιά στρώματα της Ιντελλιγκέντσιας ένωσαν τότε τη νοσταλγία για την οργανική ενότητα του ανθρώπου με τον κόσμο, για μία κοινωνία που θα ζούσε τις πιο υψηλές αξίες με τη μεσολάβηση μιας ολοκληρωμένης τέχνης ξαναβαφτισμένης στις ιερές της πηγές. Η ρωσική Αναγέννηση, στην αρχή του αιώνα μας, ονειρευόταν μία τέχνη «θεουργική». Ο Σκριάμπιν ήθελε να συνθέσει ένα «μυστήριο» (με τη μεσαιωνική έννοια της λέξης) όπου θα ενώνονταν όλες οι τέχνες, όλες οι αξίες της εποχής, μυστήριο τόσο δυνατό που η τελική του συγχορδία θα κατόρθωνε πραγματικά τη μεταμόρφωση του κόσμου! Πως όμως να βρούμε μια τέτοια ενότητα, που να μετατρέπει την κοίμηση της αποσύνθεσης σε δυναμισμό ανάστασης; Η αποσύνθεση είναι πάντοτε μία φορά ισχυρότερη από τη σύνθεση. Γι’ αυτό έχουμε πάντοτε τον πειρασμό να επιβάλουμε την ενότητα, να την επιβάλουμε εις βάρος της έρευνας, και σε έσχατη ανάγκη, εις βάρος της ελευθερίας.
Η «αναλυτική» εξέλιξη φαίνεται να συνδέεται στενά με τον ατομικισμό της δυτική κοινωνίας, με τον κοινωνικό της θρυμματισμό σε άτομα, με την ρυθμιστική σημασία που παίρνει το χρήμα σε μια φιλελεύθερη οικονομία. Το χρήμα, πραγματικά, επιταχύνει μέσα στην τέχνη την προβολή του ενστίκτου, αφού το ένστικτο – του φύλου και ιδιαίτερα του θανάτου – έχει μεγάλη πέραση στην αγορά. Η αποσύνθεση του κοινωνικού μηχανισμού που προκάλεσαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, τα φαινόμενα των στρατοπέδων συγκεντρώσεως και η τεχνολογική ανάπτυξη, καταλήγει, κοντολογίς, σε μια κοινωνία, μεταφυσικά στεγανή, όπου κοινό είναι μόνο το χυδαίο – κι ίσως μια άπληστη και πρωτόγονη δίψα επικοινωνίας… Αντίθετα, η αναζήτηση μιας ολοκληρωτικής θεωρήσεως έτοιμης να θυσιάσει ακόμα και την ελευθερία, καταλήγει συχνά στον ολοκληρωτισμό. Γνωρίζουμε την υιοθέτηση, γελοιογραφική, αλλά πραγματική, του Βάγκνερ από τον Χίτλερ. Οι Ρώσοι ποιητές της «Αναγέννησης», νοσταλγοί μιας κοινοτικής τέχνης, υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό την επανάσταση του 17. Σαρώθηκαν γρήγορα, γιατί ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» και η θεωρία της «κοινωνικής επιταγής» προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν, σε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο και με καταναγκασμό, ένα επίμονο πόθο των μεγάλων Ρώσων δημιουργών του ΙΘ’ αιώνα. Όλοι αυτοί αρνήθηκαν το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη», τον πολιτισμό σαν αντικείμενο πολυτέλειας, και ήθελαν να κάνουν την ομορφιά ψωμί για το λαό, πολιτισμό, όπου όλοι θα ‘παίρναν μέρος και που θα εξευγένιζε, ως την καθημερινή λεπτομέρεια, τη ζωή όλων. Ο ίδιος ακριβώς πόθος ωθούσε τους υπερρεαλιστές και τόσους άλλος καλλιτέχνες και συγγραφείς της Ευρώπης στον κομμουνισμό ή στα λαϊκά μέτωπα στις δεκαετίες του 30 και του ΄40. Σήμερα στις δυτικές κοινωνίες οι απαιτήσεις για σύνθεση φανερώνεται σε τρεις κύριες περιοχές : στην αρχιτεκτονική, στον αποκρυφισμό και στην επανάσταση.
Στην περιοχή της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας γίνεται μια προσπάθεια να διευθετηθεί αισθητικά η απογυμνωμένη από το «ιερό» πόλη. Γιατί βεβαιωνόμαστε όλο και περισσότερο, πως ο άνθρωπος δε ζει μονάχα με ψωμί, αλλά και με ομορφιά. Οι αναζητήσεις του Ράιτ στις Ηνωμένες πολιτείες, του Μπαρραγκάν στο Μεξικό, του Βαζαρελύ στη Γαλλία είναι χαρακτηριστικές αυτής της προσπάθειας. Σε αυτή την περιοχή όλα είναι δυνατά, τόσο ο ενδοκοσμικός χαρακτήρας της Τεχνικής (παράδειγμα ο Βαζαρελύ που βλέπει σαν έμψυχους ακόμα και τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, ή ο κρυφός μυστικισμός του Ράιτ, που ήταν μαθητής του Γκουρντζίεφ), όσο και μια αίσθηση του βάθους της υπάρξεως, που αφήνει να διαφανεί κάτι από το μυστήριο, χωρίς να το ονομάζει. Ο Λουΐ Μπαρραγκάν σημειώνει : «Κάθε αρχιτεκτονική, που δεν είναι έκφραση μιας βαθύτερης γαλήνης, δεν εκπληρώνει την πνευματική της αποστολή» – υπηρετεί μια ολοκλήρωση και δεν κλείνει κάθε διέξοδο. Άλλωστε, τίποτα δεν είναι βέβηλο : κάθε «ανθρώπινη» διευθέτηση του χώρου, εφόσον αναζητάει την πραγματική ομορφιά , οδηγείται αυθόρμητα στα πιο αρχαία σύμβολα. Έτσι το μέγαρο της Ραδιοφωνίας στο Παρίσι, ξαναγυρίζει σ’ ένα σχήμα, αρκετά συνηθισμένο στις Ινδίες, στο σχήμα του άξονα του κόσμου.
Η παρουσία πάλι του αποκρυφισμού γίνεται φανερή στη «Λειτουργία για την εποχή μας» του Μπεζάρ, που δανείζεται τα θέματά της από τη μη-χριστιανική Ανατολή ή από το διονυσιασμό του Νίτσε. Ή στην αμερικανική ψυχεδελική τέχνη, την εμπνευσμένη, όπως και οι παράξενες λειτουργίες του Λίβινγκ Θήατερ, από τις ανατολίτικες μεθόδους «εν – στάσεως», από τον μυστικό ερωτισμό και τα ναρκωτικά. Όλες αυτές οι απόπειρες – κι υπάρχουν πολλές άλλες ακόμη – αποβλέπουν στην διάλυση της προσωπικής υπάρξεως μέσα σε ένα απρόσωπο κι αρκετά διφορούμενο ΑΠΟΛΥΤΟ.
Τελικά, στο χώρο της επανάστασης, οι πιο ενδιαφέρουσες κινήσεις ανάμεσα στους σπουδαστές, αναζητούν ένα είδος μεταμορφωμένης ζωής, που θα είναι μια αδιάκοπη γιορτή και όπου η τέχνη δε θα είναι αποκομμένη πια από τη σύνολη ζωή του ανθρώπου. Το βλέπουμε στον Λεφέμπρ, στην «κριτική του για την καθημερινή ζωή», ή στον Ράιχ και στον Μαρκούζε, που μεταφράζουν σε κοινωνικό σχέδιο την πανάρχαιη νοσταλγία του παραδείσου. Καταδικάζουν με την κριτική τους την «κοινωνία – θέαμα» (société – spectacle), όπου όλα έχουν καταντήσει αντικείμενα καταναλώσεως, και πρώτα – πρώτα η παιδεία, και όπου τίποτα δε βιώνεται με τρόπο δημιουργικό. Δυστυχώς επιμένοντας στον αθεϊσμό της, η κίνηση αυτή αποκόβεται από κάθε αληθινή δημιουργία και διατρέχει τον κίνδυνο να μη γνωρίσει τελικά, άλλη γιορτή, παρά μόνο την καταστροφή.
Αν στην «αναλυτική» εξέλιξη μπορούμε να διακρίνουμε μίαν αναζήτηση του χαμένου «πνευματικού σώματος», τότε στην αναζήτηση της ενότητας, της σύνθεσης, θα έπρεπε να πούμε πως υποδηλώνεται ανεπίγνωστα η Εκκλησία και η εκκλησιαστική λατρεία σαν Τέχνη ολοκληρωμένη, ικανή να μεταμορφώσει τον άνθρωπο, ακόμη και στις λεπτομέρειες της καθημερινής του ζωής, σε ον λειτουργικό.
ΙΙ
Η περίπτωση των νεοεπαναστατών που αναφέραμε, μας οδηγεί στη δεύτερη αντίθεση που θα μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε καλύτερα το πρόβλημα της ομορφιάς σήμερα, να δούμε την αντίθεση του «πολιτισμού» και της «βαρβαρότητας». 
Δεν υπάρχει μεγάλος πολιτισμός που να μη γεννήθηκε μέσα από μια λατρευτική παράδοση1∙ συχνά, ωστόσο, ένας πολιτισμός μπορεί να αποκοπεί βαθμιαία από την πνευματική του πηγή, για να γίνει πραγματικότητα αυτόνομη, «πολιτιστική», ή πολυτέλεια μιας τάξεως προνομιούχων. Η φάση αυτή της «παρακμής» συμπίπτει συχνά με την αποκορύφωση αυτού του πολιτισμού, με τη στιγμή την πιο συνειδητή, την πιο εκλεπτυσμένη της ιστορίας του. Δεν υπάρχει πια τότε παρθενικότητα, αυθορμητισμός, αλλά μια πολυμάθεια πλούσια σε αποχρώσεις, κάποτε και με σκεπτικισμό, εύκολη στην πολυτροπία, αλλά ανίκανη να αποφασίζει, γοητευμένη από τον ιριδισμό των αντιθέσεων. Ιδιαίτερα για το σημερινό δυτικό πολιτισμό μπορούμε να πούμε ότι με την παγκόσμια επέκτασή του ολοκληρώνεται και αυτοκαταργείται ταυτόχρονα και καταντά πολλές φορές να μην έχει άλλο περιεχόμενο εκτός από μια διάθεση αναζητήσεως και δεκτικότητας για όλα, μια αδιάκοπη προθυμία επανεξέτασης των αξιών και των άλλων στοιχείων του με την έρευνα και το διάλογο. Οι εποχές της εκλεπτυσμένης παρακμής (χρησιμοποιώ τη λέξη παρακμή χωρίς καμιά υποτιμητική σημασία) επιτρέπουν μια διαύγεια που εξασθενίζει και ταυτόχρονα πλουτίζει. Είναι συνήθως εποχές παγκοσμιότητας, υπερβάσεως των ορίων και των παραδοσιακών οργανικών κοινοτήτων. Αυτή η διαύγεια κι αυτό το άνοιγμα συμβαδίζουν με κάποια εκ των προτέρων συγκατάθεση προς το άγνωστο. Έτσι η παρακμή του αρχαίου πολιτισμού προετοίμασε την αποδοχή της χριστιανικής αποκαλύψεως. Το ανατολικό αίσθημα του «μυστηρίου», ο μυστικός και θεωρητικός χαρακτήρας των νέων τότε ερμηνειών του πλατωνισμού, η κοσμική (στις διαστάσεις του κόσμου) θρησκευτικότητα της Στοάς προετοίμασαν τις μεγάλες συνθέσεις των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο διχασμός στην προσπάθεια να εκφραστεί από τη μια μεριά η γεμάτη πάθος φυσικότητα στο πορτραίτο και από την άλλη να διατηρηθεί ο ιερατικός χαρακτήρας της απεικόνισης, προετοίμασε την Εικόνα. Παράλληλα εμφανίζεται η βαρβαρότητα, η έλξη για τις ερεβώδεις πηγές του όντος. Ο μαύρος ταύρος σφαγιάζεται για το μιθραϊκό βάφτισμα του αίματος∙ ακολουθούν οι βάρβαροι των δρυμών και της στέπας… Ωστόσο ούτε αυτό το βάρβαρο αίμα δε θα κατόρθωνε να ξεκαινουργώσει την αναιμική αρχαία ομορφιά, ούτε ο αρχαίος πολιτισμός στην τελευταία του πνοή θα είχε την δύναμη να το απορροφήσει. Χρειάστηκε γι’ αυτό μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός, βάρβαρη κατά κάποιαν έννοια για τη λόγια αρχαιότητα, την αρχαιότητα που φιλοτεχνούσε, όπως τη συμβούλευε ο Πλωτίνος, το ίδιο της το άγαλμα. Ο Κέλσος και ο Ιουλιανός είχαν καταγγείλει αυτή τη νέα βαρβαρότητα. Παρόλο που ο Χριστιανισμός είχε μίαν άλλη προέλευση, όχι χθόνια, αλλά ουράνια, όχι αίματος, αλλά πνεύματος… Μέσα στο φως του, ο Χριστιανισμός, προτού γίνει χριστιανοσύνη –φυτώριο ταυτόχρονα και όριο — κατόρθωσε να συνθέσει σε μια σοφία ανοιχτή τα θετικά στοιχεία της βαρβαρότητας, τη δύναμή της για ολοκλήρωση, και τα θετικά στοιχεία της «παρακμής», την οξεία και κριτική συνείδησή της, την διαλεκτική της (αρκεί να θυμηθεί κανείς τις σχέσεις του Ωριγένη με τον Πλωτίνο). Αυτή η σύνθεση βρίσκεται στις ρίζες του βυζαντινού πολιτισμού.


Η σημερινή κατάσταση είναι ανάλογη, αλλά τώρα σε παγκόσμια κλίμακα. Η βαθύτερη παιδεία έγινε προνόμιο μιας μικρής μειοψηφίας. Για να την αποκτήσει κανείς χρειάζονται πολλαπλοί συντελεστές, μύηση στους πνευματικούς κόσμους που απλώνονται στο χώρο και στους καιρούς. Η ομορφιά, έτσι όπως την προσφέρουν οι υψηλότερες μορφές πολιτισμού μας, είναι μια ομορφιά του σπουδαστηρίου, χωρίς αμεσότητα. Μπορούμε, αναντίρρητα, να ξεναγηθούμε στο «Φανταστικό Μουσείο» του Μαλρώ — τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας και ενημερώσεως δε μας λείπουν — αλλ’ αυτό τις περισσότερες φορές είναι ένα παιχνίδι θεατών – καταναλωτών, όχι μια δημιουργική συμμετοχή, μια άμεση αίσθηση της ομορφιάς, μια κατάκτηση των κορυφαίων αναβαθμών του όντος. Φτάνοντας σε ένα βαθμό ευρύτητας και εκλεπτυσμού, ο πολιτισμός περικλείνεται στον εαυτό του. Η αρρώστια των γραμμάτων (il morbo leterario), χαρακτηριστικό της γαλλικής διανοήσεως, είναι πια ξεπερασμένη. Ο στρουκτουραλισμός καθορίζει χώρους της γλωσσικής λειτουργίας όπου ο άνθρωπος δε μιλάει, αλλά προσδιορίζεται από τη γλώσσα. Αυτό μας οδηγεί σε μια τριπλή διαπίστωση: Πρώτα – πρώτα τη διαπίστωση της απουσίας του λόγου, της ζωντανής ομιλίας. Χάρη όμως στον ενσαρκωμένο Λόγο, σε αυτό «το κέντρο όπου συγκλίνουν τα πάντα», η ανθρώπινη ομιλία επιτρέπει στους ανθρώπους να επικοινωνούν μεταξύ τους, παρά τις μεγάλες ιστορικές αποστάσεις που τους χωρίζουν. (Γιατί ο Χριστός ανακεφαλαιώνει την Ιστορία και καθιστά δυνατή την Ιστορία μέσα στην κοινωνία των αγίων). Δεύτερο, η αθεϊστική αυτή άρνηση του Λόγου, οδηγεί στην α – συνέχεια που διαπιστώνουν στις δομές οι αρχαιολόγοι της Γλωσσολογίας, και εξηγεί την αποτυχία των «πολιτιστικών» πρωτοβουλιών για το λαό. Είναι αλήθεια πως η πείρα του «βιβλίου της τσέπης», του δίσκου, των «ρεπροντουξιόνς» και του «θεάτρου του λαού», επιβεβαιώνει πολύ συχνά αυτή την αποτυχία. Αλλά, ταυτόχρονα μαρτυρεί ότι κάποιος λόγος, κάποια δι – ιστορική κοινωνία υπάρχει στη βάση και μπορεί να ξαναζήσει. Ούτε ο αθεϊσμός, ούτε η αδιαφορία δεν μπορούν ποτέ να εξουδετερώσουν ολοκληρωτικά την κοινωνία των αγίων και τη μυστική της ακτινοβολία. Η τρίτη διαπίστωση του στρουκτουραλισμού, σε αυτά τα όρια, είναι ότι η ουσιαστική παιδεία έχει γίνει προνόμιο των «ερμηνευτών»∙ αλλά μέσα σε έναν κόσμο όπου τα πάντα απαιτούν ερμηνεία, η ερμηνευτική περιορίζεται σε μια μειονότητα. Δόξα τω Θεώ, όμως, ανακαλύπτουμε όλο και περισσότερο πως η καλύτερη ερμηνευτική είναι να αφήσουμε τις λέξεις να πουν αυτό που θέλουν να πουν. Το Ευαγγέλιο δεν είναι ποτέ εντελώς σφραγισμένο σε έναν άπιστο, αλλά φυσικά αυτό δεν είναι πια θέμα παιδείας.
Συγχρόνως ο πολιτισμός γίνεται θεότητα. Η θεότητα – πολιτισμός έχει αντικαταστήσει τη θεότητα – λογικό. Έχει τους ναούς της, τους «οίκους πολιτισμού», που ο Μαλρώ συγκρίνει με τους καθεδρικούς ναούς∙ και που κατά τη γνώμη του έρχονται να τους αντικαταστήσουν. Για τον Μαλρώ είναι οι ναοί της προσδοκίας, οι τόποι βιώσεως μιας πολύπτυχης ομορφιάς – μιας πείρας που μένει τις πιο πολλές φορές υποκειμενική γιατί αγνοεί το αληθινό νόημα των πραγμάτων – αλλά που βοηθάει τον άνθρωπο να αναζητήσει το βάθος του, τον εμποδίζει να μεταβληθεί σε ρομπότ ή σε υπνοβάτη, τον ανοίγει – σε τι; Κανείς δεν το ξέρει ακόμη. Οι «οίκοι του πολιτισμού» του Μαλρώ είναι ναοί στον «άγνωστο θεό».
Ταυτόχρονα ανεβαίνει η βαρβαρότητα. Ανεβαίνει πρώτα – πρώτα από τον τρίτο κόσμο, αρνητικά, σα στυφή απαίτηση δικαιοσύνης επαναστατημένων σκλάβων. Σκέφτομαι την «μορφωτική επανάσταση» στην Κίνα, που μέσα στην ιδιαίτερη εξέλιξη της χώρας αυτής αποδεικνύεται με παράδοξο τρόπο μια εξέλιξη δυτικοποίησης, αλλά που οι επιπτώσεις της στους επαναστατημένους νέους της Δύσεως είναι μια καταγγελία της ομορφιάς, που έγινε θέμα, του πολιτισμού που κατάντησε αντικείμενο καταναλώσεως, μουσείο μόνο για τους πλούσιους. Θετικά, είναι το ξεχείλισμα δυνάμεων διονυσιακών, των δυνάμεων του χθόνιου βάθους, που φτάνουν από την Αφρική και τώρα και από την Λατινική Αμερική (την γονιμοποιημένη άλλωστε από την Αφρική). Είναι ένα είδος πρωτόγονης λειτουργίας και έντονου πόθου αδελφοσύνης, μια απελευθέρωση της χειρονομίας που καταργεί το θέαμα και κάνει δυνατή τη συμμετοχή. Όλα αυτά μέσα σε μια εκστασιακή διάλυση του ατόμου και ταύτιση του με τη μάζα και με το φυσικό κόσμο. Ποτάμι γόνιμων σκοταδιών, ανάμικτων με έρωτα και θάνατο. Η βαρβαρότητα ανεβαίνει ακόμα, όχι φυσικά χωρίς διανοητική εκλέπτυνση, με τους δημαγωγούς ηγέτες, με τους κύκλους των νεοεπαναστατών της Δυτικής Ευρώπης και της βόρειας Αμερικής. Οι άνθρωποι αυτοί αρνούνται την πολιτιστική κληρονομιά — «Δάσκαλοι, είσαστε γέροι. Κι ο πολιτισμός σας γέρασε», — αρνούνται , μια ομορφιά για «μανδαρίνους», έναν πολιτισμό κομματιασμένο από την ειδίκευση και χωρισμένο από τη ζωή. Θα ήθελαν να ελευθερώσουν την ερωτική ζωή από πιεστικούς καταναγκασμούς που καταλήγουν στη μονομανία του κέρδους και της απόδοσης. Και ακόμα, αν καταλαβαίνω σωστά τον Μαρκούζε, ζητάνε να ελευθερώσουν τον έρωτα από την έλλειψη κάθε πειθαρχίας, που τον καταντά μια ανοστιά χωρίς μυστήριο και ιδανικό, έναν ερωτισμό, που τρέφεται και ζει με τη διαφήμιση. Θα ήθελαν οι νέοι αυτός ο απελευθερωμένος έρωτας να εκφράζεται μέσα σε μια καθημερινή δημιουργία ομορφιάς, και η επανάσταση να γίνει τρόπος και μορφή ζωής, αδιάκοπη γιορτή… Όλα αυτά είναι η έκφραση της νοσταλγίας για μίαν αρχέγονη ιερότητα, ικανή να βιωθεί με όλο το σώμα, σα μια κραυγή, κάτι ανάλογο με ό,τι γίνεται στο ψυχόδραμα, στο happening, στις αναζητήσεις του Λίβινγκ Θήατερ, ή του θεατρικού ομίλου της Κρακοβίας.


Η βαρβαρότητα ανεβαίνει τέλος, και είναι το σημαντικότερο, νομίζω, μέσα στα ίδια τα βάθη της δυτικής κοινωνίας, πέρα από κάθε δυναμική αμφισβήτηση (contestation), στο χώρο των ανθρώπων που συμμετέχουν (περισσότερο ή λιγότερο) στην κ ο ι ν ω ν ί α τ η ς ε υ η μ ε ρ ί α ς. Το Βασίλειο του χρήματος, έχει παρατηρηθεί πολλές φορές, ευνοεί μια πελώρια ζύμωση στα κοινωνικά σπλάχνα. Κι όταν λέμε βασίλειο του χρήματος, δεν εννοούμε αναγκαστικά το βασίλειο των πλουσίων — Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πατροπαράδοτη πυραμίδα του πλούτου αρχίζει να ανατρέπεται — αλλά την απουσία σκοπού, τον πλούτο που γίνεται θεός, που γίνεται το μοναδικό κίνητρο μιας παραγωγής, που δεν είναι μόνο παραγωγή αγαθών αλλά και παραγωγή εικόνων, βιομηχανική κατασκευή μιας ορισμένης ομορφιάς. Επειδή όμως ο χαρακτήρας της ανθρώπινης ζωής είναι ενιαίος, αυτή η οργανική και γεμάτη άλογο πάθος ζύμωση θα μπορούσε, με το παιχνίδι των απροσδόκητων δράσεων και αντιδράσεων, να ανοίξει στο πνεύμα μεγάλες δυνατότητες. Στην «εσωτερική» αυτή βαρβαρότητα δυο θέματα προπάντων μου φαίνονται επιδεκτικά σε μια εμβάθυνση, αν ακολουθήσουμε το δρόμο της ομορφιάς — αυτό εξαρτάται από εμάς. Το θέμα της μορφής ή του προσώπου, και για να επαναλάβω ένα παιχνίδι λέξεων του Εντγκάρ Μορέν, το θέμα της α ρ χ η ς (arché) και της κ ι β ω τ ο υ (arche).
Ενώ η ανθρώπινη μορφή ή το πρόσωπο εξαφανίζεται όλο και περισσότερο από την «πολιτιστική» τέχνη, ξεπηδάει από παντού, επίμονο, βάρβαρο, — πρώτο πλάνο στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, διαφημιστική αφίσα και στους δρόμους, σαν καινούρια μορφή λαϊκής τέχνης, η γυναικεία ομορφιά σε πελώριες διαστάσεις. Πρόσωπα αινιγματικά, κλειστά, παρόλη την εμφαντική προβολή της ομορφιάς τους, πρόσωπα ακόμα σφραγισμένα. Π ρ ώ τ η ο μ ο ρ φ ι ά, η ομορφιά της νεότητας, του έρωτα, σχεδόν απρόσωπη, που τείνει ωστόσο, προς ένα άνοιγμα συνάντησης και κοινωνίας. Συχνά επίσης, μέσα σ’ ένα πολιτισμό με σίγουρες γυναικείες αξίες, κυριαρχεί το πρόσωπο του παιδιού, η παραδεισιακή του αθωότητα και το πρόσωπο της μητέρας, όλο τρυφερότητα και ασφάλεια. Μερικές φορές, σα μια ρωγμή, παρουσιάζονται για μια στιγμή, πάνω στον οθόνη, ανθρώπινα πρόσωπα από δύστυχες χώρες, όπου βασιλεύει η φτώχια, ο πόλεμος και η πείνα, πρόσωπα σταυρωμένα, αποσκελετωμένα, απογυμνωμένα ως το έσχατο σταυρικό τους σχήμα. Τα πρόσωπα τα πιο αινιγματικά είναι τα πρόσωπα των νεκρών — ενός Ιωάννη ΚΓ’, ενός Τσε - Γκεβάρα. Με τι παράδοξο τρόπο έγιναν αποδεκτοί αυτοί οι δυο νεκροί, μέσα σ’ ένα κόσμο που φαίνεται να μην παραδέχεται άλλη αξία από την αξία της ζωής, τη βιολογική της συνέχεια, την ασφάλειά της, την άνεσή της! Η ανθρωπότητα εκφρασμένη σε πρόσωπα, όλες οι στιγμές της ανθρωπότητας, μέσα στην αφάνταστη ποικιλία τους, γίνονται ένα μοναδικό ρεύμα προσώπων και πάνε να τοποθετηθούν μέσα στο εκλαϊκευμένο φανταστικό μουσείο. Όλα αυτά αποδιοργανώνουν, συγχέουν, οδηγούν τις ψυχές σε ένα είδος ρευστής κατάστασης, όπου όλα γίνονται σχετικά, διαλύονται, σε μια κουρασμένη περιέργεια ή ευμενή παραδοχή των αξιών, των παραδόσεων, των κριτηρίων, των τοπικών εθίμων και θεσμών. Υπάρχει όμως μια ομορφιά ανυπόταχτη σε ταξινομήσεις, ένα αδιαπέραστο αίνιγμα που η οξείδωση των συγχύσεων δεν κατορθώνει τελικά να το διαβρώσει: το πρόσωπο του ανθρώπου και η νοσταλγία μιας πανγήινης, πανανθρώπινης κοινωνίας προσώπων…
Πολλοί, ενώ ανοίγονται σε αυτό το ρεύμα της παγκοσμιότητας, αναζητάνε επίσης κάτι αρχικό, θεμελιώδες, μια πρώτη γη, μίαν αρχή, μια κιβωτό. Το αίσθημα ότι η μοντέρνα ζωή διαλύει τον άνθρωπο, τον αποκόβει από τις πηγές του όντος, τον οδηγεί σε μια προσκυνηματική αναζήτηση (με την έννοια της ιπποτικής αναζήτησης του ιερού Γκράαλ), στην αναζήτηση μιας πρώτης αρχής, «αρχαϊκής», όπου ο άνθρωπος θα ξαναβρεί τις πρώτες ρίζες του, την αρχική του πηγή. Είναι μια τάση που θα έπρεπε να την ονομάσουμε, χωρίς να φοβηθούμε το παράδοξο, «νέο – αρχαϊκή», με τη σημασία της αρχαίας ελληνικής λέξης «αρχά», που σημαίνει ταυτόχρονα το θεμελιώδες, το πρωτόγονο και το αρχετυπικό. Αυτή η προσκυνηματική αναζήτηση γίνεται μέσα από τον κόσμο και την Ιστορία. Συνδυάζεται συχνά με την αναζήτηση της κιβωτού, που είναι σύγχρονα κιβωτός του Νώε και κιβωτός της Διαθήκης, ένας τόπος σιωπής και ομορφιάς, αλήθειας των όντων και των πραγμάτων, όπου ο άνθρωπος μπορεί να δει ξανά το ουράνιο τόξο να συνδέει τη γη με τον ουρανό… Και η ομορφιά γίνεται εδώ η έκφραση μιας προ – Αβραμικής διαθήκης με το μυστήριο.


Σε ομαδικότερη κλίμακα, οι άνθρωποι αναζητάνε αυτή την αρχή με τις μεγάλες καλοκαιρινές αποδημίες προς την ηλιόλουστη θάλασσα — τι ξαναβρέθηκε; η αιωνιότητα — που; Εκεί που σμίγει η θάλασσα με τον ήλιο. Στις ακρογιαλιές αυτής της θάλασσας ορθώνονται πανάρχαια ιερά, που δεν είναι πια, μετά την εξαφάνιση των ειδώλων και των θυσιαστηρίων, παρά ναοί της κοσμικής ομορφιάς. Άλλοι σκαρφαλώνουν στα βουνά ή τρυπώνουν μέσα στα δάση ή μέσα «στα άντρα της γης». Στην κλίμακα, τελικά, της οικογένειας, παρουσιάζεται η ανα«ζήτηση» αυτή σαν επιθυμία — συχνά αλλοιωμένη, είναι αλήθεια — για ένα σταθερό λιμάνι, έναν τόπο ομορφιάς και ειρήνης, όπου να αγκυροβολεί κανείς από καιρό σε καιρό. Αναλογίζομαι κάποιο νεαρό ζευγάρι που γνωρίζω καλά σε μια πόλη της νότιας Γαλλίας. Ο σύζυγος κινησιοθεραπευτής, γεροδεμένος, βαρύς, ανοιχτός στη ζωή, με αγάπη για το επάγγελμά του, με ενδιαφέρον για όλα, με εξυπνάδα και ρεαλισμό, αλλά χωρίς την παραμικρή «πολιτιστική» επιχρύσωση. Μόλις μπόρεσε, απέκτησε στα Κέβενα1 ένα σπίτι ερειπωμένο εσωτερικά, που το νοικοκύρεψε λίγο λίγο, μαζί με τους φίλους του, κι όπου προσκαλεί όσους αγαπάει. Το σπίτι είναι απομονωμένο σε μια πλαγιά, ψηλό σπίτι, τρέφουν και μεταξοσκώληκες στον πρώτο όροφο. Στα δάση θρασομανούν βαλανιδιές ανάμιχτες με καστανιές. Η βοή του ανέμου δυναμώνει σιγά σιγά σαν ήχος εκκλησιαστικού οργάνου. Μια μεγάλη φωτιά στο τζάκι, κρέας να ψήνεται πάνω στη θράκα. Εκεί μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος ανάμεσα σε φίλους μέσα στην φυσικότητα και τον ολοζώντανο λόγο, ή να απομονωθεί, όταν το επιθυμεί, μέσα στην ήσυχη ερημιά… «Από την αρχή» — γράφει ο Γιουνγκ, για το καταφύγιο που είχε διαμορφώσει στο Μπόλλινγκεν, κοντά στη λίμνη της Ζυρίχης, — «από την αρχή ο Πύργος ήτανε για μένα ένας τόπος ωρίμανσης — ένας μητρικός κόλπος ή μια μητρική αγκαλιά που μέσα της θα μπορούσα να είμαι ξανά όπως πραγματικά είμαι, όπως ήμουν κι όπως θα γίνω. Ο πύργος μου έδινε την εντύπωση πως ξαναγεννιέμαι μέσα στην πέτρα. Στο Μπόλλινγκεν ξαναβρίσκω τον πιο αυθεντικό εαυτό μου, εκείνον που ανταποκρίνεται στο βαθύτερο είναι μου. Στιγμές στιγμές είμαι σα διαχυμένος μέσα στο τοπίο και μέσα στα πράγματα, κι έχω το αίσθημα ότι ο εαυτός μου ζει σε κάθε δέντρο, στον παφλασμό των κυμάτων, στα σύννεφα, στα ζώα που πηγαινοέρχονται και στ’ αντικείμενα… Έχω απαρνηθεί το ηλεκτρικό και ανάβω ο ίδιος τη φωτιά στο τζάκι και στη θερμάστρα. Το βράδυ ανάβω τις παλιές λάμπες. Δεν υπάρχει τρεχούμενο νερό. Αναγκάζομαι να πάω πηγάδι ο ίδιος. Κόβω τα ξύλα και μαγειρεύω μονάχος. Αυτές οι απλές εργασίες κάνουν τον άνθρωπο απλό κι είναι πολύ δύσκολο να ‘ναι κανείς απλός.
Στο Μπόλινγκεν βυθίζομαι στη σιωπή και ζω εκεί in modest harmony with nature — σε ταπεινή αρμονία με τη φύση — (όπως λέει ο τίτλος μιας παλιάς κινέζικης γκραβούρας με ένα γέρο σ’ ένα τοπίο απεραντοσύνης). Ιδέες αναδύονται μέσα μου βγαλμένες από τα βάθη των αιώνων, που με κάνουν να προγεύομαι ένα μακρινό μέλλον. Εδώ, δημιουργία και παιγνίδι δεν ξεχωρίζουν πολύ το ένα από το άλλο»1.
«Όταν μέσα στη σιγή της αυγής, — γράφει ο Χάϊντεγγερ — ο ουρανός ροδίζει πάνω στα βουνά…
… Ο άνθρωπος είναι ένα ποίημα, που το Είναι έχει αρχίσει να πλάθει…
Όταν στις πρώτες όμορφες μέρες οι ερημικοί νάρκισσοι λουλουδίζουν, ξεχασμένοι μέσα στα λειβάδια, και κάτω από τη σφενδαμιά το ρόδο των Άλπεων χαμογελάει…
Μεγαλυνάρι των απλών πραγμάτων…
Όταν την άνοιξη η πεταλούδα σταματημένη πάνω σε λουλούδι και με κλεισμένα τα φτερά, ζυγιάζεται μαζί του στο αγεράκι του λειβαδιού.
Μέσα στη σκέψη, κάθε πράγμα γίνεται μοναχικό, νωχελικό.
Όταν ο ήλιος του βραδιού, ξετρυπώνει κάποια μεριά του δάσους, και χρυσώνει τις κορυφές, τραγούδι και σκέψη είναι δύο κορμοί που ανταμώνουν στην ποιητική πράξη.
Γεννιούνται από το Είναι κι ανεβαίνουν ως την αλήθεια του»1.
III
Ο δυτικός πολιτισμός, ενώ παραμένει παγκόσμιος, είναι πια τόσο εκλεπτυσμένος, τόσο αποκομμένος από τα βάθη του, ώστε δεν κατορθώνει να είναι η δύναμη που θα προσλάβει, θα φωτίσει αυτό το μεγάλο ανάβρυσμα της ζωής· σήμερα ταλαντεύεται ανάμεσα στη θεωρητική πεμπτουσία και στο χάος. Μόνον ένας ανανεωμένος Χριστιανισμός θα μπορούσε να ανοίξει καινούριους δρόμους στην ομορφιά.
Γιατί η ομορφιά είναι ένα από τα ονόματα του Θεού, το πιο λησμονημένο ίσως, αποτυπωμένο ωστόσο πάνω στη δημιουργία, σφραγίδα του πολυαγαπημένου: «θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὴν καρδίαν σου, ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν βραχίονά σου· ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη … ὕδωρ πολὺ οὐ δυνήσεται σβέσαι τὴν ἀγάπην, καὶ ποταμοὶ οὐ συγκλύσουσιν αὐτήν». Αν υπάρχει μια λέξη που ξαναγυρίζει αδιάκοπα μέσα στην Αγία Γραφή για να θυμίσει το Θεό, είναι η λέξη Δόξα. Καβώδ. Δεν είναι μια μεταφορά, αλλά το μεγάλο ανάβρυσμα του φωτός και της φωτιάς, όπου μεταδίνεται η ίδια η ζωή του Θεού. Τίποτα δεν υπάρχει έξω από τον άνθρωπο, που να μη δοξάζει αυθόρμητα το Θεό, με την ύπαρξη, την τάξη, την ομορφιά του. Δόξα στον Πατέρα, με το Λόγο, μέσα στο Άγιο Πνεύμα, που είναι το πνεύμα του κάλλους, η αναλλοίωτη ομορφιά. Ο Θεός είναι «ο Πατήρ των φώτων»· πάνω σε κάθε πράγμα, στη ρίζα του, είναι το φως της ομορφιάς του. Ο Λόγος είναι το μυστηριώδες «μέτρον», που κάνει να αναδύεται από μια ασύλληπτη «πρώτη ύλη» το θαύμα του αισθητού. Και το Άγιον Πνεύμα, πνοή του Θεού, χορηγός της ζωής, κάνει να ωριμάζουν όλα και να φτάνουν στο πλήρωμά τους. Πρώτη ομορφιά, παραδεισιακή, η ομορφιά της αρχής που την καθρεφτίζουν ακόμη τα πράγματα, η γη κι ο ουρανός, το πρόσωπο ενός παιδιού, η ομορφιά μιας κοπέλας. Ο άνθρωπος όμως παρεμβάλλεται και εμποδίζει αυτήν την κίνηση της δοξολογίας, συσκοτίζει, αποκρύπτει την ευχαριστιακή φύση της δημιουργίας. Το φως έχει γίνει για μας εξωτερικό, ανάμειχτο με σκοτάδι — τα πράγματα δείχνουν πια μια ερεβώδη όψη, τα στοιχεία του κόσμου μάχονται τους Αγίους — μέσα σ’ ένα χώρο που χωρίζει, μέσα σ’ ένα χρόνο που μας θανατώνει. Ανακαλύπτουμε όλο και περισσότερο, μέσα από τόσες μορφές της σύγχρονης τέχνης, ότι «έχουμε τη δύναμη ν’ αποδεσμεύσουμε εικόνες κανιβαλικές, τέρατα εφιαλτικά της σφαγής και της πορνείας». Τέρατα μιας τρομαχτικής ομορφιάς, αφού μεταβάλλουν την ίδια τη δίψα για το Θεό σε τυραννική δύναμη του κακού — για να επαναλάβουμε μια παρατήρηση του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Μέσα σ’ αυτές τις γεμάτες άγριο δυναμισμό εικόνες, μέσα σ’ αυτήν τη φιλαρέσκεια της κόλασης, ο άνθρωπος φανερώνεται ταυτόχρονα ελεύθερο πλάσμα του Θεού και καρκίνος της δημιουργίας. Δεύτερη ομορφιά, η μουντή, μενεξεδένια νοσταλγία του ξεπεσμένου αγγέλου, στα αριστερά του Χριστού, σε ένα ψηφιδωτό της Ραβέννας. Αυτή η ομορφιά, για να ξαναβρεί την αθωότητα της πρώτης, της «αρχής», για να γίνει η ομορφιά που θα την προσφέρουν οι Χριστιανοί σα μαρτυρία στον κόσμο, πρέπει να περάσει από την πείρα των Πατέρων, να δοκιμάσει όλο τον πόνο του χωρισμού και να καθαριστεί, να γίνει η ομορφιά του Σταυρού, που είναι μαζί σταυρός αίματος και σταυρός φωτός. Είναι το Πάσχα που εγκαινιάζει «το Ευαγγέλιο της δόξας του Χριστού, της εικόνας του Θεού». Η δόξα αχτινοβολεί πια ένα πρόσωπο, που έφτασε την τελειότητα μέσα στο πάθος. «Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, σημειωθήτω ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψώμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον». Το κάλλος του Υιού, λέει ο άγιος Κύριλλος, «ωρίμασε μέσα στο χρόνο» για να μας χειραγωγήσει προς την ομορφιά Εκείνου που γέννησε την ομορφιά. (Είς τον ψαλμόν 49, P.G. 68, 1034). Ομορφιά που ωρίμασε μέσα στο χρόνο, καρπός του Σταυρού, καινούριο δέντρο της ζωής, κάλλος ενός προσώπου εσταυρωμένου, βυθισμένου στο θάνατο, στον Άδη, αλλά που νίκησε το θάνατο με το θάνατο· «… θανάτω θάνατον πατήσας». Ομορφιά Εκείνου που παραδόθηκε εκούσια στο πάθος, από υπακοή κι από αγάπη, ώστε η κορύφωση της ταπείνωσης και της αγωνίας — «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;» — να ταυτιστεί σε Αυτόν με την κορύφωση της αγάπης: «Φώτισόν με διά της αγάπης, όπως γνωρίζω Σε, Λόγε του Θεού». Μέσα από τα δάκρυα της «μετάνοιας», αυτό το αναποδογύρισμα της συνείδησης, «ο Ανήρ των θλίψεων», ο χωρίς «είδος και κάλλος» στα μάτια του κόσμου τούτου, αποκαλύπτεται ο «ένδοξος Χριστός της Μεταμορφώσεως». Ο ρυθμός του φόβου και του θάμβους, της καθόδου στον Άδη και της συναντήσεως της αρχής, γίνεται ο ρυθμός του Σταυρού, ο ρυθμός του θανάτου και της Ανάστασης. Ο φωτεινός σταυρός, στο τέρμα των αρνήσεων του αποφατικού καθαρισμού, μας φανερώνει «τη φλόγα των πραγμάτων» και την εικόνα του προσώπου. Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία των προσώπων. Μόνο η μορφή του Θεού στον άνθρωπο μας επιτρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε την πραγματική μορφή του ανθρώπου στο Θεό. Να ερμηνεύσουμε με το μέτρο της κοινωνίας των Αγίων, το αίνιγμα των μορφών, των προσώπων που πολιορκούν το σύγχρονο άνθρωπο. Σήμερα η μαρτυρία του Χριστού «εν Πνεύματι» δεν μπορεί πια να χωριστεί από αυτό που πρέπει να ονομάσουμε τρίτη ομορφιά. Ούτε η ομορφιά του Θεού χωρίς τον άνθρωπο, γιατί ο Θεός τότε είναι «πυρ καταναλίσκον», και ο Μωυσής για να τον αντικρίσει «οπισθοφανώς», αναγκάστηκε να καλύψει το πρόσωπό του. Ούτε η ομορφιά του ανθρώπου χωρίς το Θεό, η αρνητική αυτή οδός, που κλείνεται στον εαυτό της, μεταμορφώνει την αγνωσία σε απουσία και το ένστικτο του απολύτου σε επιθυμία καταστροφής. Αλλά η ομορφιά του Εμμανουήλ, του Θεού «μεθ’ ημών», και η ομορφιά του Αγίου Πνεύματος, «ημών μετά του Θεού», είναι η ομορφιά μέσα στην οποία μια θυσιαστική δημιουργικότητα υπηρετεί και πολλαπλασιάζει την αληθινή ζωή. Έτσι μονάχα θα περάσουμε «από ένα Χριστιανισμό των λόγων σε ένα Χριστιανισμό πραγματικά «φιλοκαλικό», όπου ο άνθρωπος σύσσωμος και σύναιμος με τον Αναστημένο Χριστό, γίνεται ομοούσιος με κάθε ον και κάθε πράγμα, ικανός να μεταμορφώνει μέσα στο μυστικό φως του Αγίου Πνεύματος, ακόμα και τα πιο ταπεινά, τα πιο φθαρμένα πράγματα, που η αγάπη, ωστόσο, μπορεί να τα σφραγίσει με τη σφραγίδα της αφθαρσίας.


Σε τέτοιους καιρούς, καταφαγωμένους από το κενό και την ανία, ελαυνόμενους από ορμές αναρχικές, που θα ήθελαν να αλλάξουν τη ζωή, αλλά που στο τέλος συχνά την καταστρέφουν, η μαρτυρία του Πνεύματος, «χορηγού ζωής», είναι ανάγκη να γίνει όχι μόνο διακονία, αλλά και τέχνη. Τέχνη φιλοκαλική, που ενοποιεί τον άνθρωπο μέσα στον «εγκάρδιο νου», τον «οφθαλμό» της καρδιάς, που βλέπει τον κόσμο στις ωδίνες του τοκετού, της γέννησης του «εν Χριστώ» και της μεταβολής του σε «φλεγόμενη βάτο». Τέχνη που διακρίνει σε κάθε άνθρωπο το παρθενικό σημείο, τη δυνατότητα της τρίτης ομορφιάς, και που παραδέχεται το πιο ταπεινό πράγμα για να ανακαλύψει μέσα από την ιερότητα της ζωής. Ο άνθρωπος γεμίζει θάμβος γιατί υπάρχει ο Θεός, και γιατί η ομορφιά αντί να είναι άδικο προνόμιο, είναι προχάραγμα του Αιωνίου, κάλεσμα όλων για τη συμμετοχή στην ανέσπερη δόξα του Θεού. Ο άνθρωπος «εξίσταται» γιατί ο Απρόσιτος έρχεται κοντά του, μεταμορφώνει τη σάρκα της γης σε ύλη των μυστηρίων, μας αγκαλιάζει μέσα από κάθε γήινη σάρκα, μέσα από κάθε ομορφιά του κόσμου:
«Πόσο όμορφος είναι ο κόσμος Πολυαγαπημένε, πόσο όμορφος είναι ο κόσμος»1.
Τότε ο άνθρωπος ξαναβρίσκει τη ζωή, με ταπεινοφροσύνη ή μεγαλοφυΐα, αλλά στην πραγματικότητα, το Άγιον Πνεύμα μένει πάντα η πηγή και της ταπεινοσύνης και της μεγαλοφυΐας που δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να ξαναπλάθει την ζωή με ένα χαμόγελο, μέσα στη δοξολογία και στη φτώχεια. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται. Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν». Την κληρονομούν από τώρα, ψηλαφώντας στο βάθος των πλασμάτων και των πραγμάτων, το θαύμα που θα λάμψει, το Χριστό, που ξαναγυρίζει όλος στο αίμα και στο φως, Άνθρωπος της οδύνης και Παντοκράτορας. Είναι αυτός που κρατάει και ευλογάει τα σύμπαντα με τις φιλάνθρωπες ενέργειές του, θαύμα θαυμάτων, και έτσι όλος ο κόσμος γίνεται θαύμα, πρόσωπο προσώπων και η μονοδιάστατη πραγματικότητα της λογικής διαστίζεται διαμιάς από πρόσωπα, διατρυπιέται από το άπειρο, γίνεται σαν ένας νυχτερινός ουρανός γεμάτος από αστέρια.


Σήμερα ίσως, το Θεό το ζώντα, την άβυσσο που έγινε πρόσωπο, για να μη πεθαίνουν πια τα πρόσωπα, αλλά να λάμπουν όπως ο ήλιος, Αυτόν το Θεό μόνο μια ομορφιά μπορεί να τον κάνει παρόντα. Η ομορφιά των Αγίων, των λουσμένων μέσα σε μυστικό φως, μερικές φορές αισθητά φανερό, που έρχεται να ξαλαφρώσει την καρδιά και την κάνει να αναπηδήσει. Η ομορφιά μιας εμπνευσμένης δημιουργίας, είτε καθαρά λειτουργικής, όπως η Εικόνα, είτε προφητικής, στο πάντα μετακινούμενο όριο της Εκκλησίας και του κόσμου. Μια ομορφιά που είναι έλευση της Παρουσίας. Ο Ρουμπλιώφ, για να ζωγραφίσει το Θεό, ζωγράφισε τα νιάτα και την ομορφιά μέσα στην θυσιαστική ενότητα των τριών Προσώπων. Ο Ντοστογιέφσκι έδειξε πως ακόμα κι η κόλαση δεν μπορεί να χορτάσει την καρδιά του ανθρώπου. Είτε στην Εκκλησία, είτε στα όριά της περιμένουμε, προετοιμάζουμε, ζούμε με τις προσευχές μας, μίαν αγιότητα γεμάτη μεγαλοφυΐα, ικανή να υποδηλώνει το κάλλος του Θεού. Ανάμεσα στο πρώτο πλάνο του κινηματογράφου που παρά το μέγεθός του μένει αδιαπέραστο και σκοτεινό, και σε μια τέχνη που δεν τολμά πια να εικονίσει το πρόσωπο του ανθρώπου, ανοίγεται ο χώρος για μια ανανεωμένη Εικόνα, αχώριστη από μια ανανεωμένη πνευματικότητα, όπου το φως του προσώπου και η διακονία κάθε προσώπου, ενώνονται, χάρη στη δημιουργική δύναμη του Αγίου Πνεύματος, «χορηγού της ζωής», αλλά και χορηγού της ομορφιάς.



Από το βιβλίο "περί Υλης και Τέχνης" , εκδ. ΑΘΗΝΑ, 1971, σειρά ΣΥΝΟΡΟ. Πρωτότυπη δημοσίευση περιοδικό Contacts, τόμος XX, no. 64.
Μετέφρασαν : Ελ. Μάϊνας – Δ. Γ. Κουρτέσης

Ευχαριστίες στον Θεόδωρο Αμαξόπουλο για την πληκτρολόγηση του κειμένου.

πηγή: Aντίφωνο

Η Επανάσταση του 1943

Η Επανάσταση του 1943

revolution in the world

ελευθερη εκφραση

Η λίστα ιστολογίων μου

προσωπικές ιστοσελίδες

τύπος

διαφορα

È