Αγνοώ τη θέα της τροφής που μου βάζουν μπροστά στα μάτια μου, καθημερινά (…)
Πιστεύω ότι η υλική τροφή δεν είναι αρκετή γιά να ζήσει ο άνθρωπος γιά πάντα και με ξαλαφρώνει το γεγονός πως θάβρω υπέροχη τροφή εκεί πάνω άν την αξίζω. Και μετά κολλάω στην τρομαχτική ιδέα ότι εκεί πάνω δεν τρώνε…”
«Κάποιος πρέπει να γράψει ένα ποίημα για τα βάσανα των απεργών πείνας. Θα θελα να το γράψω εγώ, αλλά πώς να το τελειώσω;»
Ο Μπόμπι Σαντς δεν πρόλαβε να τελειώσει αυτό το ποίημα. Έγινε ο ίδιος ποίημα, τραγούδι, ταινία και σύνθημα. Κατέγραψε στο ημερολόγιο του τις πρώτες 17 μέρες της απεργίας πείνας στη φυλακή Maze, μετά οι σωματικές του δυνάμεις εξασθένησαν, οι ψυχικές όμως δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ, τον συνόδευσαν μέχρι το θάνατο του στις 5 Μαΐου το 1981 μετά από 66 μέρες απεργίας πείνας στα 27 του χρόνια. Η οικογένεια του, οι φίλοι και οι συναγωνιστές του σεβάστηκαν την επιθυμία του και δεν επέτρεψαν την αναγκαστική σίτιση.
Ο θάνατος του Μπόμπι Σαντς και των άλλων 9 συναγωνιστών του που πέθαναν κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας ενάντια στις ειδικές συνθήκες κράτησης τους και ζητώντας την αναγνώριση του πολιτικού χαρακτήρα των πράξεων τους, συμπύκνωσε την αποφασιστικότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του ιρλανδέζικου λαού αλλά ταυτόχρονα έγινε σύμβολο ενάντια στο μείγμα ακραίου νεοφιλελευθερισμού και κρατικού αυταρχισμού που πρέσβευε η Σιδηρά Κυρία. Κυρίως έφερε στο προσκήνιο την απεργία πείνας ως ύστατο όπλο μιας μάχης όπου ο κίνδυνος του θανάτου αποτελεί ένα οριακό διάβημα για την υπεράσπιση της ζωής.
Η απεργία πείνας ως μέσο διεκδίκησης πήρε μαζικές διαστάσεις τη δεκαετία του 50. Οι ρίζες της όμως τοποθετούνται πολύ παλιότερα στο ρολόι της ιστορίας. Από τις πρώτες απεργίες πείνας είναι οι μαζικές νηστείες την εποχή του αγώνα για την αμερικάνικη ανεξαρτησία. Οι ρώσοι πολιτικοί κρατούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Τρότσκι και οι Αγγλίδες σουφραζέτες υποθήκευσαν το σώμα τους ως πράξη πολιτικής διαμαρτυρίας. Στις τελευταίες εφαρμόστηκε το μέτρο της βίαιης σίτισης.
Η Μάιρη Λη περιέγραψε με συγκλονιστικό τρόπο το βίωμα που αργότερα καταχωρήθηκε από το διεθνή νομικό πολιτισμό ως βασανιστήριο: «Με περικύκλωσαν τότε δέκα περίπου άτομα, με έσπρωξαν πίσω στην καρέκλα, και, ενώ ο γιατρός μου κρατούσε ανοικτό το στόμα, μία από τις δεσμοφυλάκισσες έριξε μέσα με ένα κουτάλι γάλα και κονιάκ. Δύο ημέρες αργότερα, το Σάββατο, οι δεσμοφυλάκισσες μπήκαν στο κελί και με έσπρωξαν στο κρεβάτι. Καθώς με κρατούσαν ακίνητη, δύο γιατροί μου έβαλαν στη μύτη ένα σωληνάκι που κατέληγε σε χωνί και είχε στη μέση ένα γυάλινο δοχείο, από όπου μπορούσε κανείς να ελέγξει τη ροή. Το σωληνάκι αυτό έμπαινε τη μία φορά στο ένα ρουθούνι και την επόμενη στο άλλο. Ο πόνος, ψυχικός και σωματικός, ήταν μεγάλος κατά τη διάρκεια της σίτισης» (από τον ποινικό κώδικα είχε προβλεφθεί το δικαίωμα στην απεργία και η αναγκαστική σίτιση είχε οριστεί διεθνώς ως βασανιστήριο)
Από τους κομμουνιστές του Μεσοπολέμου μέχρι τους αλγερινούς πολιτικούς κρατούμενους , τους κρατούμενους της RAF στα γερμανικά λευκά κελιά που οδήγησε στο θάνατο του Χολγκερ Μαινς , τους έγκλειστους στο Γκουαντάναμο, τους παλαιστίνιους κρατούμενους στις ισραηλινές φυλακές κι από κει στα λευκά κελιά της Τουρκίας που υπολογίζεται ότι έχουν ξεψυχήσει συνολικά 122 απεργοί πείνας, η απεργία πείνας είναι κάτι παραπάνω από κοινωνικό φαινόμενο ή θέαμα μιας αυτοκτονίας σε αργή κίνηση που την είχε αποκαλέσει ο Σερζ Ζιλί, είναι κραυγή αξιοπρέπειας στην παρατεταμένη σιωπή της εμπεδωσης του σοκ. Στην Ελλάδα πριν ακόμα οι γυναίκες κατοχυρώσουν το δικαίωμα της ψήφου για τις γυναικες, το Νοέμβρη του 1930 οι έγκλειστες κομμουνίστριες στις φυλακές Αβέρωφ έκαναν απεργία πείνας. Η απεργία πέινας στη χώρα χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ως μέσο διεκδίκησης αξιοπρεπών συνθηκών κράτησης ή αναγνώρισης του πολιτικού χαρακτηρα των αποδιδόμενων πράξεων.”
πηγή:Thomas Gata



