Μπέσι Μπίτι* (γραμμένο το 1917)
Όσο και αν μιλούσε η υπόλοιπη Πετρούπολη εκείνο το βράδυ, υπήρχε ένα σημείο στην τρικυμισμένη πόλη όπου δεν ξοδεύονταν λόγια. Αυτό ήταν το γραφείο της Βόινα Ρεβολουτσιόνι Κομιτιέτ (Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή), που ξεπήδησε ξαφνικά και ήσυχα σε μια ύπαρξη τυλιγμένη σε βαθύ μυστήριο.
Ο Άλεξ Γκόμπεργκ, ρωσικό προϊόν του Ιστ Σάιντ της Νέας Υόρκης, με μια αμερικανική συνήθεια να προλαβαίνει τις έκτακτες ανάγκες, υπέδειξε ότι θα ήταν άσκοπο να προσπαθήσω να περάσω τις μπολσεβίκικες γραμμές χωρίς ένα έγγραφο από αυτή την επιτροπή. Ο Γκόμπεργκ, μια περίεργη μικρή δέσμη υλισμού και ιδεαλισμού, ο οποίος είχε μια βαθιά αγάπη για τη χώρα που τον υιοθέτησε την οποία «περιφρονητικός κυνισμός του δεν μπορούσε να κρύψει, δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να λέει ένα καλό λόγο για την Αμερική ή τους Αμερικανούς. Αν και δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πατρική κλήση της επανάστασης, είπε ότι θα προτιμούσε να είναι ένα αγόρι για θελήματα στη Νέα Υόρκη παρά Πρόεδρος της Ρωσίας. Ως φίλος ίου Τρότσκι, γνωστός στα μέλη της πανίσχυρης επιτροπής, ανέλαβε να τακτοποιήσει τις απαραίτητες άδειες.
Μας οδήγησε μέσα από τον αμυδρά φωτισμένο διάδρομο ως το τέρμα του. Ένα νεαρό ξανθό αγόρι μας συνάντησε σε ένα εξωτερικό γραφείο, πήρε τα ονόματα και το αίτημα μας και εξαφανίστηκε στο επόμενο δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Τον κοιτάξαμε περίεργα. Πέρα από αυτή την πόρτα ήταν οι άνδρες που κατεύθυναν την πολιορκία και την κατάληψη της Πετρούπολης, διευθύνοντας την τόσο αποτελεσματικά ώστε τις ημέρες που ακολούθησαν, οι εχθροί των Μπολσεβίκων επέμεναν ότι η επιτροπή απαρτιζόταν από Γερμανούς, γιατί οι Ρώσοι ήταν ανίκανοι για τόσο τέλεια οργάνωση. Όταν η εσωτερική πόρτα άνοιξε πάλι, το ξανθό αγόρι επανεμφανίστηκε με τις άδειες στο χέρι του. Η δική μου ήταν δακτυλογραφημένη σε ένα χαρτί σχισμένο από ένα μπλοκ, αριθμημένη ως «5», και δήλωνε απλά:
«Η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή του Σοβιέτ των Εργατών και των Στρατιωτών Αντιπροσώπων επιτρέπει στην κα Μπέσι Μπίτι ελεύθερη διέλευση σε όλη την πόλη».
Αυτό το κομμάτι χαρτί επρόκειτο να αποδειχτεί το «άνοιξε σουσάμι» για πολλές κλειστές πόρτες πριν από το γκρίζο χάραμα της αυγής. Έφερε την μπλε σφραγίδα της επιτροπής, τη μόνη ικανή υπογραφή να αποσπάσει την παραμικρή ένδειξη σεβασμού από μια ρωσική ξιφολόγχη εκείνο το βράδυ.
Το Ινστιτούτο Σμόλνι βρίσκεται σε εξαιρετική τοποθεσία για να παρέχει απομόνωση για ένα σεμινάριο μιας νεαρής γυναίκας, αλλά στη μέση μιας κρύας νύχτας φαινόταν να απέχει ένα μακρύ σκοτεινό δρόμο από οπουδήποτε. Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, συλλογιζόμασταν την απιθανότητα να βρούμε έξω ένα ισβόστσικ [ταξί] τέτοια ώρα.
Κάτω στην αυλή ένα τεράστιο φορτηγό μαρσάριζε για αναχώρηση. Μόνοι επιβάτες του ήταν τρεις ναύτες, ένας νεαρός κοζάκος στρατιώτης με μια πυκνή μαύρη γούνινη κάπα που κρεμόταν στις φτέρνες του, και ένας Κόκκινος Φρουρός. Τους χαιρετίσαμε και ο κ. Γκόμπεργκ τους απηύθυνε ένα αίτημα να μας πάρουν για την πόλη. Το αίτημα πνίγηκε από τον ήχο του κινητήρα. Το επανέλαβε σε δυνατότερο τόνο. Ο ναύτης κοίταξε αμφίβολα σε μένα και τη Λουίζ Μπράιαντ, την άλλη γυναίκα, μέλος της παρέας.
«Είναι ένα επικίνδυνο ταξίδι», είπε. «Βγαίνουμε έξω για να διανείμουμε προκηρύξεις, και είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι θα μας πυροβολήσουν».
Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο για μια στιγμή, θεωρήσαμε ότι ήταν ίσως η μοναδική μας τύχη να φτάσουμε στα Χειμερινά Ανάκτορα, και ζητήσαμε να μας επιτραπεί να αναλάβουμε το ρίσκο. Δύο δυνατά χέρια ήρθαν από την πλευρά μου για να με τραβήξουν πάνω, και δύο ναύτες που κάθονταν σε μια σανίδα στο πίσω μέρος του φορτηγού σηκώθηκαν να μας δώσουν τις θέσεις τους. Είχαν μια βιαστική διαβούλευση, και μετά μας ζήτησαν να σηκωθούμε ξανά. Είχαν αποφασίσει ότι αυτή η εκτεθειμένη θέση ήταν υπερβολικά επικίνδυνη για γυναίκες. Το παλικάρι ο Κοζάκος με την πυκνή κάπα σκόρπισε μερικές προκηρύξεις στο πάτωμα του φορτηγού.
«Καθίστε εδώ», είπε, «και όταν αρχίσουν οι πυροβολισμοί μπορείτε να ξαπλώσετε οριζόντια στις πλάτες σας και να κρατήσετε το κεφάλι σας χαμηλά».
Μια δέσμη τουφέκια κείτονταν στο πάτωμα κάτω από τα γόνατα μου, και όπως ξεκινήσαμε άρπαξα μια αλυσίδα πάνω από τις κροκάλες και την κράτησα σφιχτά για να μην πεταχτώ έξω. Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Προφανώς δεν υπήρχε ούτε ένα ανθρώπινο ον έξω- όμως κάθε φορά που ο ναύτης πετούσε μια χούφτα από λευκές προκηρύξεις στον αέρα, άνδρες εκτινάσσονταν μυστηριωδώς από πόρτες και αυλές για να τις πιάσουν.
Ο Κοζάκος δέσποζε πάνω μου, με το τουφέκι στο χέρι, τρυπώντας με τα μάτια το σκοτάδι για σημάδια κινδύνου. Στις διασταυρώσεις επιβραδύναμε, και ομάδες στρατιωτών συγκεντρωμένων γύρω από φωτιές συνωστίζονταν κοντά στο φορτηγό για ειδήσεις από το Σμόλνι. Κοίταζαν με περίεργα έκπληκτα μάτια τα απρόσμενα πρόσωπα μας, μετά έσπευδαν πίσω στον κύκλο του φωτός γύρω από τους πυρωμένους κορμούς σημύδας. Σε μια από αυτές τις παύσεις ο κ. Γκόμπεργκ άρπαξε μια προκήρυξη και τη διάβασε σε μας:
«Προς τους ρώσους πολίτες
Η εξουσία έχει περάσει στο όργανο του Σοβιέτ των Εργατών και των Στρατιωτών Βουλευτών της Πετρούπολης, τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, η οποία είναι επικεφαλής του προλεταριάτου της Πετρούπολης και της φρουράς. Ο σκοπός για τον οποίο αγωνίζεται ο λαός: άμεση δημοκρατική ειρήνη, κατάργηση της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας στη γη, εργατικός έλεγχος, δημιουργία μιας σοβιετικής κυβέρνησης, αυτό το έργο εκπληρώθηκε.
Ζήτω η επανάσταση των εργατών, στρατιωτών και αγροτών.
Η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή».
Ήταν μία με το ρολόι στο καμπαναριό του Σταθμού Νικολαγιέβσκι όταν στρίψαμε στη Νέφσκι. Η μεγάλη πλατεία ήταν έρημη. Νωρίτερα την ίδια μέρα είχε γίνει μάχη εκεί, αλλά κανένα ίχνος της δεν ήταν πλέον ορατό. «Βάλτε τα κεφάλια σας κάτω!» διέταξε ο Κοζάκος, διακρίνοντας μια ομάδα αγνώστων ανδρών μπροστά. Υπακούσαμε-αλλά όταν αποδείχθηκε ότι ήταν μπολσεβίκοι στρατιώτες και Κόκκινοι Φρουροί, ανασηκωθήκαμε πάλι προσεκτικά. Στη γέφυρα του καναλιού Μόικα μας γύρισαν πίσω από το οδόφραγμα που είχε στηθεί νωρίς το απόγευμα, και με εντολή της φρουράς, που είπαν ότι έπεφταν πυροβολισμοί ακριβώς μπροστά και κανείς δεν μπορούσε να περάσει. Από την κατεύθυνση των Χειμερινών Ανακτόρων ακούγονταν περιστασιακά μπαμ από ένα μεγάλο όπλο, ακολουθούμενα από το σύντομο, οξύ κροτάλισμα τουφεκιών.
Διστακτικά αλλάξαμε πορεία. Στο μπροστινό μέρος του καθεδρικού ναού του Καζάν οι φρουροί μας διέταξαν πάλι να σταματήσουμε. Στο σκοτάδι κατά μήκος του φαρδιού δρόμου, είδαμε ένα πλήθος από μαύρες φιγούρες παραταγμένες σε σειρά να βαδίζουν αντίκρυ στο πεζοδρόμιο. Είχαμε πέσει ξαφνικά πάνω στο μικρό συγκρότημα ανδρών και γυναικών που έφυγαν από το Σμόλνι για να κάνουν μια διαδήλωση παθητικής αντίστασης και να πεθάνουν με τους συντρόφους τους στα Χειμερινά Ανάκτορα. Μαζί τους είχε ενωθεί ο Δήμαρχος της Πετρούπολης, μέλη της Δούμας της πόλης, και η εβραϊκή Μπουντ. Όλοι μαζί ήταν τετρακόσιοι ή πεντακόσιοι, και εδώ, λίγα τετράγωνα από τον προορισμό τους, τους είχαν σταματήσει.
Σε αυτό το πλήθος ήταν πολλοί από τους άνδρες και τις γυναίκες που είχαν σταθεί οι πυρπολητές της Ρωσίας, Σοσιαλεπαναστάτες, τρομοκράτες, που βάδιζαν αθόρυβα εμπρός για να αντιπαρατεθούν άοπλοι στη δύναμη των νέων αυτών επαναστατών οι οποίοι, όπως το σκέφτονταν, δολοφονούσαν το σκοπό της ρωσικής ελευθερίας για τον οποίο οι περισσότεροι από αυτούς είχαν υποστεί χρόνια φυλάκιση και τις απερίγραπτες κακουχίες της εξορίας στη Σιβηρία. Εδώ κι εκεί μέσα στο πλήθος διέκρινες ένα νεαρό αξιωματικό ή ένα σύμπλεγμα φοιτητών αλλά οι περισσότεροι από αυτούς ήταν βετεράνοι που είχαν γεράσει στην υπηρεσία της επανάστασης, και τα πρόσωπα τους ήταν βλοσυρά και σταθερά.
Λίγα μέτρα μακριά στεκόταν μια διμοιρία στρατιωτών. Ο επικεφαλής κομισάριος σήκωσε το χέρι του.
«Έχουμε εντολές από τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή να μη σας αφήσουμε να προχωρήσετε παραπέρα», είπε.
Ένας ψίθυρος διέτρεξε το πλήθος. Οι γκριζομάλληδες βετεράνοι των παλιών ημερών άρχισαν να επιχειρηματολογούν, και οι σπουδαστές και οι αξιωματικοί συντάχθηκαν με τις παρακλήσεις τους.
Οι στρατιώτες παρέμειναν ανένδοτοι.
«Τι θα κάνετε αν πάμε ούτως ή άλλως;» ρώτησε ο Δήμαρχος της Πετρούπολης, ο Σρέιντερ. «Θα μας πυροβολήσετε;»
«Όχι», απάντησε ο κομισάριος. «Έχουμε διαταγές να μη σας πυροβολήσουμε. Αλλά έχουμε διαταγές να μην αφήσουμε να περάσετε».
Έδωσε μια γρήγορη εντολή στους άνδρες του, οι οποίοι υποχώρησαν σε απόσταση πενήντα πόδια και παρατάχθηκαν σε όλη τη Νέφσκι. Δημιούργησαν ένα στερεό ανθρώπινο τοίχο, που εκτεινόταν κατά μήκος της πλατιάς λεωφόρου από κράσπεδο σε κράσπεδο. Ένα τετράγωνο παρακάτω υπήρχε ένας άλλος ακόμα πιο επιβλητικός τοίχος αποτελούμενος από Κόκκινους Φρουρούς. Οι διαδηλωτές κοίταξαν αυτούς τους μεγαλόσωμους νέους στρατιώτες, και έκαναν μεταβολή αποθαρρημένοι.
«Εάν προχωρήσουμε», είπε ένας γκριζομάλλης τρομοκράτης, ειδικός κάποτε στη χρήση του δυναμίτη, «κάποιος θα σκοτωθεί και θα το φορτώσουν στον εδώ επικεφαλής. Θα πουν ότι ήταν μια περίπτωση λάθος διαταγών, και δεν θα βγει τίποτα καλό για κανέναν. Θα οπισθοχωρήσουμε, και θα προσπαθήσουμε να τους πείσουμε να σταματήσουν τη σφαγή».
Σε κανονική τάξη πορείας έφυγαν όπως είχαν έρθει, μια θλιβερή, σοβαρή πομπή, ανήμπορη απέναντι σε αυτό το νέο, παράξενο πράγμα που ανέτρεπε όλες τις προκατειλημμένες ιδέες τους για την επανάσταση.
Τους παρακολουθήσαμε να αποχωρούν μετά, αγχωμένοι να προχωρήσουμε, παρουσιάσαμε τις άδειες μας στον κομισάριο των στρατιωτών, ο οποίος μας έκανε νεύμα εμπρός με ένα «Παζάλστα» [παρακαλώ]. Το ανθρώπινο τείχος έσπασε, και περάσαμε χωρίς λέξη. Η μπλε σφραγίδα της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής είχε κάνει για μας ό,τι η ευφράδεια και το επιχείρημα δεν μπορούσε να κάνουν για τους παλιούς επαναστάτες.
Στη Μόικα η Κόκκινη Φρουρά μας σταμάτησε. Οι άδειες μας δεν έκαναν καμία εντύπωση εδώ. Μοιάζαμε ύποπτα σαν αστοί στο δρόμο για τα Χειμερινά Ανάκτορα, και δεν έπρεπε να μας επιτραπεί να περάσουμε. Διαφωνήσαμε, και συζήτησαν τη σκοπιμότητα της σύλληψης μας. Η ιδέα δεν μας πολυάρεσε, και έτσι περπατήσαμε πίσω στον καθεδρικό ναό του Καζάν και το φιλικό κομισάριο. Επιφόρτισε έναν άνδρα με ειδικές εντολές να μας μεταφέρει μέσα από τις γραμμές στα Χειμερινά Ανάκτορα.
Και πάλι οι εργάτες με τα όπλα στους ώμους τους μας αντιμετώπισαν με καχυποψία· αλλά δέχτηκαν το λόγο του στρατιώτη και τελικά μας επέτρεψαν να περάσουμε.
Ήταν ένα τέταρτο πριν τις τρεις, όταν σταματήσαμε στη σκιά του μεγάλου κόκκινου τόξου και κοιτάξαμε προσεκτικά έξω στη σκοτεινή πλατεία. Υπήρξε μια στιγμή σιωπής· μετά τρεις πυροβολισμοί γκρέμισαν την ησυχία. Σταθήκαμε αμίλητοι, περιμένοντας μια επιστροφή των πυρών αλλά ο μόνος ήχος ήταν ο πάταγος των σπασμένων γυαλιών που απλώθηκαν σαν χαλί πάνω στο λιθόστρωτο. Τα παράθυρα των Χειμερινών Ανακτόρων είχαν γίνει κομμάτια.
Ξαφνικά εμφανίστηκε ένας ναύτης από το σκοτάδι.
«Όλα τέλειωσαν!» είπε. «Έχουν παραδοθεί».
Προχωρήσαμε προσεκτικά μέσα από τη στρωμένη γυαλιά πλατεία, σκαρφαλώσαμε το οδόφραγμα που στήθηκε εκείνο το απόγευμα από τους υπερασπιστές των Χειμερινών Ανακτόρων, και ακολουθήσαμε τους νικητές ναύτες και Κόκκινους Φρουρούς στο γιγάντιο κτίριο από βαθυκόκκινο στόκο. Με τη δύναμη του αδειών μας με τις μπλε σφραγίδες, μας επέτρεψαν να εισέλθουμε χωρίς αντιρρήσεις. Ένας επίτροπος των ναυτών μας οδήγησε με ένα νεύμα σε ένα παγκάκι δίπλα στον τοίχο. Μια διμοιρία ναυτών ανέβηκε τα σκαλοπάτια ως την αίθουσα του υπουργικού συμβουλίου, και έθεσε την Προσωρινή Κυβέρνηση υπό κράτηση. Από πάνω μας μπορούσαμε να ακούσουμε τον ήχο από πόρτες που έσπαγαν, ενώ μια ομάδα έρευνας πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο ψάχνοντας για κρυμμένους κρατούμενους.
Τα τουφέκια που πάρθηκαν από τους δοκίμους στοιβάχτηκαν σε ένα σωρό στην αίθουσα, και μια σταθερή γραμμή από νικηφόρους ναύτες πηγαινοερχόταν μέσα και έξω από το ανάκτορο. Η επιθυμία για αναμνηστικά, τρόπαια της ώρας, φαινόταν να τους έχει κυριεύσει· αλλά το ανάκτορο προφανώς πρόσφερε ελάχιστες επιλογές. Ένας ναύτης κατέβηκε τις σκάλες με μια κρεμάστρα παλτών στο χέρι του, και ένας άλλος μετέφερε ένα μαξιλάρι καναπέ. Το καλύτερο που μπορούσε να βρει ένας τρίτος ήταν ένα κερί. Ο επίτροπος τους σταμάτησε στην πόρτα.
«Όχι, όχι, σύντροφοι!» είπε, προτείνοντας το χέρι του. «Παρακαλώ, παρακαλώ, δεν πρέπει να πάρετε τίποτα από εδώ».
Τους μίλησε με έναν υπομονετικό, λογικό τόνο, όπως θα μιλούσε κάποιος σε ένα παιδί, και όπως τα παιδιά παρέδωσαν το πλιάτσικο τους. Ένας άντρας, ένας στρατιώτης ο οποίος είχε πάρει μια κουβέρτα, διαμαρτυρήθηκε.
«Αλλά κρυώνω», είπε.
«Δεν μπορώ να βοηθήσω, σύντροφε. Εάν τα πάρετε αυτά, θα πουν ότι ήρθαμε για να πλιατσικολογήσουμε. Αλλά εμείς δεν ήρθαμε για πλιάτσικο: ήρθαμε για την επανάσταση».
Εκείνη τη στιγμή έγινε ένα σούσουρο στις σκάλες, και γύρισα για να δω τα μέλη της Προσωρινής Κυβέρνησης να κατεβαίνουν αργά στη σειρά. Ο Κονοβάλοφ, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας, ήρθε πρώτος. Ο Τρετιάκοφ της Μόσχας, ο πρόεδρος του Οικονομικού Συμβουλίου, ακολούθησε. Πίσω του ήταν η ψηλή, μαυριδερή, λεπτή, γοητευτική φυσιογνωμία του νεαρού Υπουργού Εξωτερικών, του Τερεσένκο, ο οποίος έριξε μια ματιά γεμάτη κατάπληξη προς τη μεριά μου καθώς περνούσε. Επόμενη στη σειρά ήρθε η μικρή, εύθραυστη, γκρίζα φιγούρα του Κίσκιν, Υπουργού Δημόσιας Πρόνοιας, και μετά από αυτόν δύο στρατιωτικοί ένστολοι άνδρες, ο στρατηγός Μανικόφσκι, Αναπληρωτής Υπουργός Πολέμου, και ο στρατηγός Μπορίσοφ. Ανάμεσα στους άλλους ήταν σχεδόν όλα τα υπόλοιπα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου του Κερένσκι.
Μερικοί από αυτούς περπατούσαν με ατρόμητο βήμα και το κεφάλι ψηλά. Μερικοί ήταν χλωμοί, ταλαιπωρημένοι και ανήσυχοι. Ένας ή δύο φαίνονταν εντελώς συντριμμένοι και κατηφείς. Η ένταση του άγχους της αναμονής εκείνης της ημέρας, και εκείνο το βράδυ κάτω από τα απειλητικά κανόνια του καταδρομικού Αβρόρα, σε συνδυασμό με τις εβδομάδες όταν οι κυβερνητικές κρίσεις διαδέχονταν η μια την άλλη, αποδείχθηκαν πάρα πολύ γι' αυτούς.
Αποχώρησαν σιωπηλά διασχίζοντας την πλατεία, και κατευθύνθηκαν προς το Φρούριο του Πέτρου και Παύλου, που διακρινόταν αδρά στο σκοτάδι πέρα από το Νέβα.
Κάθισα εκεί παρακολουθώντας τους σιωπηλά να αναχωρούν και αναρωτήθηκα τι θα σήμαινε αυτό το βράδυ για το μέλλον της Ρωσίας και του κόσμου. Ο επίτροπος που μας είχε κάνει νεύμα να καθίσουμε, μας υπέδειξε ότι μπορούσαμε πλέον να πάμε επάνω, και γρήγορα περάσαμε στην αίθουσα του υπουργικού συμβουλίου. Προχωρήσαμε μέσα από τα δωμάτια, που τώρα έλαμπαν από τα αμέτρητα φώτα των κρυστάλλινων πολυελαίων. Οι μεταξωτές κουρτίνες κρέμονταν κουρελιασμένες, και εδώ κι εκεί στους τοίχους διακρινόταν το άσχημο σημάδι μιας πρόσφατης σφαίρας. Σε γενικές γραμμές, η καταστροφή ήταν πολύ λιγότερη από ό,τι περιμέναμε να βρούμε. Η δύναμη κρούσης είχε κάνει τη δουλειά της, αποφασισμένη να καταλάβει το ανάκτορο, αλλά να το καταλάβει με τη λιγότερη δυνατή αιματοχυσία, και στις περιόδους ύφεσης ανάμεσα στις καταιγίδες είχαν κάνει συχνές προσπάθειες να κάμψουν την αντίσταση με συναδέλφωση. Κανένας από τους υπερασπιστές δεν είχε σκοτωθεί, αλλά έξι από τους ναύτες που είχαν πολεμήσει στην ανοιχτή πλατεία είχαν πληρώσει με τη ζωή τους για τον επαναστατικό ζήλο τους, και πολλοί άλλοι είχαν τραυματιστεί.
Καθώς περνούσαμε την πόρτα του γραφείου του Κερένσκι, παλιότερα μελετητηρίου του τελευταίου Ρομανόφ, ένας από το προσωπικό των ανακτόρων μίλησε στους δύο στρατιώτες που στέκονταν φρουροί απέξω.
«Προσέξτε το καλά αυτό», είπε. «Η βιβλιοθήκη είναι πολύ πολύτιμη».
Αργότερα, ο κ. Γκόμπεργκ, ανήσυχος να δοκιμάσει τη φρουρά, παρουσίασε μια άδεια και ζήτησε να γίνει δεκτός.
«Λυπάμαι», είπε ένας από τους στρατιώτες, «αλλά αυτή η άδεια δεν είναι καλή εδώ. Κανείς δεν μπορεί να μπει σε αυτό το δωμάτιο απόψε».
Ο Νικόλαος ο Β', ο οποίος μόλις πριν λίγους μήνες καθόταν πίσω από τη σφραγισμένη πόρτα, κοιμόταν εξόριστος στην άκρη ενός σιβηριανού βάλτου. Ο Κερένσκι, ο διάδοχος του, περνούσε τις νυχτερινές ώρες σε μια απελπισμένη προσπάθεια να φτάσει στο μέτωπο και να συγκεντρώσει στρατεύματα για να αποτρέψει το ίδιο πράγμα που μόλις είχε συμβεί. Θυμήθηκα, με ένα μικρό αναστεναγμό λύπης, ότι αυτή τη μέρα σε αυτό ακριβώς το μέρος επρόκειτο να γευματίσω με τον Πρώτο Υπουργό της Ρωσίας. Σε ένα από τα δωμάτια όπου σταθήκαμε για μερικές στιγμές, κοιτάζοντας μας περίεργα, είχε μαζευτεί ένα πλήθος στρατιωτών, και συνομιλούσαν ξαναμμένα. Τους παρατήρησα, και μια φορά έπιασα την προλεταριακή λέξη περιφρόνησης, «αστοί!» Αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να είμαστε το αντικείμενο της συζήτησης τους. Ξαφνικά ένας νεαρός κομισάριος ήρθε ως εμάς.
«Αυτοί οι άνδρες δεν μπορούν να καταλάβουν», είπε, «ποιοι είστε, και γιατί είστε εδώ. Είναι πολύ εκνευρισμένοι και θυμωμένοι γι' αυτό. Νομίζουν ότι ίσως έχετε έρθει για να κλέψετε. Τους είπα ότι θα σας ρωτήσω, και αν δεν έχετε δικαίωμα να είστε εδώ θα σας συλλάβουμε».
Παρουσιάσαμε τις άδειες μας. Τις εξέτασε, και στράφηκε στους άνδρες, οι οποίοι εκείνη την ώρα φανερά έριχναν εχθρικά βλέμματα προς το μέρος μας.
«Σύντροφοι», είπε, «αυτές οι άδειες είναι σφραγισμένες, όπως είναι και η δική μου, με την μπλε σφραγίδα. Δείτε το! Μπορείτε να είστε σίγουροι ότι αν δεν είχαν το δικαίωμα δεν θα ήταν εδώ μαζί μας».
Οι άνδρες εξέτασαν το χαρτί απορημένα, και συγκατένευσαν. Έγινε μια άτυπη ψηφοφορία επί του θέματος, και συμφωνήθηκε ότι θα έπρεπε να αφεθούμε ελεύθεροι.
Λίγα λεπτά αργότερα τους ακολουθήσαμε κάτω στις σκάλες και έξω από το ανάκτορο, όντας οι τελευταίοι άνθρωποι που φύγαμε εκτός από τους φρουρούς, οι οποίοι πήραν οδηγίες να παραμείνουν στο καθήκον. Την επόμενη μέρα ένα διάταγμα ψηφίστηκε, κάνοντας το κολοσσιαίο κόκκινο κτίριο ένα μουσείο του λαού, ώστε να προστατευθεί από το να γίνει κάποτε πάλι ένα σημείο διαφωνίας στις πολιτικές συγκρούσεις.
Δεν είδα τις στρατιωτίνες. Ήταν σε μια άλλη πτέρυγα του ανακτόρου. Το επόμενο πρωί η πόλη κατακλυζόταν με ιστορίες για κακομεταχείριση τους· αλλά στην έρευνα που έγινε από την μαντάμ Τόρκοβα, μια από τους ηγέτες της Δούμας της Πετρούπολης, της οποίας οι κλίσεις ήταν αποφασιστικά κατά των Μπολσεβίκων, οι περισσότερες από αυτές τις ιστορίες διαψεύστηκαν. Μερικές από τις γυναίκες μεταφέρθηκαν στην έδρα του συντάγματος Παβλόφσκι, και κρατήθηκαν εκεί ωσότου οι συγγενείς τους μπόρεσαν να τους φέρουν γυναικεία είδη ένδυσης. Σε μερικές άλλες, που δεν είχαν τη δυνατότητα να τα αποκτήσουν, επιτράπηκε να αναχωρήσουν με τις στρατιωτικές στολές τους.
Από έναν αριθμό κοριτσιών άκουσα την ιστορία εκείνης της νύχτας. Φαίνεται ότι το ταξικό αίσθημα για την ώρα εξάλειφε κάθε άλλο ένστικτο. Καθώς τις απομάκρυναν μέσα στο σκοτάδι, κάποιοι από τους άνδρες, μέσα στον ενθουσιασμό τους, τις έπιασαν από τα χέρια και τις ταρακούνησαν, φωνάζοντας:
«Γιατί μας πολεμάτε; Γιατί πάτε ενάντια στην τάξη σας; Είστε εργαζόμενες. Γιατί παλεύετε μαζί με την αστική τάξη και τους αντεπαναστάτες;»
Ήταν τόσο αποτελεσματική η προπαγάνδα τους που τότε, για πρώτη φορά, μια ταξική διάσπαση έγινε στις τάξεις των στρατιωτίνων, και μερικές από αυτές πήγαν με τους ριζοσπάστες τόσο αποφασιστικά όσο το είχαν κάνει και οι άνδρες.
Με την παράδοση των Χειμερινών Ανακτόρων, η νίκη των Μπολσεβίκων ήταν πλήρης. Η δικτατορία του προλεταριάτου έχει γίνει γεγονός. Η μόνη εξουσία στην Πετρούπολη τα ξημερώματα εκείνο το πρωί ήταν η εξουσία των Επιτρόπων του Λαού, με επικεφαλής τον Νικολάι Λένιν και τον Λέοντα Τρότσκι, και υποστηριζόμενη από το ρωσικό στόλο, τις ξιφολόγχες της φρουράς της Πετρούπολης και τα τουφέκια της Κόκκινης Φρουράς.
Η Πετρούπολη ήταν κατάπληκτη. Κανείς δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι επρόκειτο να συμβεί. «Πού είναι ο Κερένσκι;» ρωτούσαν. «Πού είναι ο Κορνίλοφ; Πού είναι ο Σάβινκοφ; Πού είναι οι Κοζάκοι;» Τέλος, και χειρότερο απ' όλα, «Πού είναι οι Γερμανοί;»
Οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν. Όλα τα είδη ανυπόστατων αναφορών διέτρεχαν την πόλη, αλλά ούτε μια λέξη επαληθευμένων γεγονότων δεν ερχόταν από τον έξω κόσμο.
Εκείνο το πρωί το κέντρο της καταιγίδας μετατοπίστηκε στη Δούμα της πόλης, η οποία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη νίκη των Μπολσεβίκων ή να συναινέσει στις απαιτήσεις τους. Μια Επιτροπή για τη Σωτηρία της Πατρίδας και της Επανάστασης σχηματίστηκε, και όλες οι αντι-μπολσεβίκικες ομάδες συγκεντρώθηκαν γύρω από αυτή.
Νωρίς το πρωί, ένας μπολσεβίκος εκπρόσωπος επισκέφτηκε το Υπουργείο Εξωτερικών και ζήτησε τις μυστικές συμφωνίες, δηλώνοντας ότι ήθελε να ενημερώσει το ρωσικό λαό για τους σκοπούς του πολέμου. Του είπαν ότι δέκα χιλιάδες φάκελοι βρίσκονταν στα αρχεία του υπουργείου, και ήταν ελεύθερος να τους εξετάσει όλους. Ευχαρίστησε τον πληροφοριοδότη του και έφυγε.
Την ίδια ώρα ο Λένιν επισκέφτηκε τα γραφεία της Ισβέστια, επίσημου οργάνου της εκτελεστικής επιτροπής του Σοβιέτ των Εργατών και των Στρατιωτών, και ανακοίνωσε ότι στο εξής θα ήταν στα χέρια των Μπολσεβίκων. Πρότεινε στους εκδότες να συνεχίσουν να εργάζονται υπό τη νέα ηγεσία. Αρνήθηκαν, και ο Ζινόβιεφ, ο οποίος μόνο λίγες ώρες πριν ήταν ένας φυγάς, προάχθηκε σε επικεφαλής.
Απόλυτη ησυχία επικρατούσε στην πόλη εκείνη τη μέρα και την επόμενη, και τέτοια τάξη που η Ρωσία δεν είχε γνωρίσει από τις ημέρες αμέσως μετά την επανάσταση του Μάρτη, όταν το σύνολο του πληθυσμού είχε αρθεί σε μια κατάσταση έξαρσης στην οποία οι εγωιστικές επιθυμίες δεν έπαιζαν κανένα ρόλο. Στον κάθε στρατιώτη είχε ειπωθεί ότι η τιμή της νέας επανάστασης ήταν στα χέρια του. Κάθε μέλος της Κόκκινης Φρουράς είχε προειδοποιηθεί ότι οι προβοκάτσιες σε όλες τις δοκιμασμένες από καιρό ρωσικές μορφές χρησιμοποιούνταν από τους μοναρχικούς, τους αντεπαναστάτες και τους γερμανούς πράκτορες για να δυσφημίσουν το σκοπό των εργαζομένων. Τους παρότρυναν να απόσχουν οι ίδιοι από τη βία, και να αποτρέψουν λεηλασίες όπου προέκυπτε η παραμικρή ένδειξη τους. Πλακάτ κρέμονταν από τα κτίρια προτρέποντας σε προφυλάξεις ενάντια στις παραβιάσεις της τάξης, και οι στρατιώτες περιπολούσαν σε κάθε γωνιά των δρόμων.
Ως την Παρασκευή το βράδυ η Επιτροπή Σωτηρίας είχε πετύχει να οργανώσει απεργίες στα διάφορα υπουργεία ώσπου οι Μπολσεβίκοι βρέθηκαν σχεδόν εντελώς απομονωμένοι από την υπόλοιπη ρωσική διανόηση. Έκαναν την πόλη να ηχεί με τις ιστορίες για έκτροπα· ιστορίες που αργότερα αποδείχτηκε ότι ήταν ένα προϊόν παραποίησης, αντάξιας της ρωσικής φαντασίας. Οι ηγέτες του Συμβουλίου της Δημοκρατίας, του Συμβουλίου των Αγροτών, και ακόμη και η Σεντροφλότ, η Εκτελεστική Επιτροπή του Ρωσικού Στόλου, κάλεσαν το λαό να αρνηθεί να αναγνωρίσει τη σοβιετική κυβέρνηση και ανακοίνωσαν ότι σύντομα θα είναι σε θέση να εγκαθιδρύσουν μια σταθερή κυβέρνηση οι ίδιοι.
Ήταν ένα κάλεσμα στο οποίο ο κόσμος δεν ανταποκρίθηκε. Οι μάζες είχαν απομακρυνθεί από τους ηγέτες τους. Είχαν τις δικές τους πολύ συγκεκριμένες ιδέες για το τι ήθελαν. Οι ναύτες διαμαρτύρονταν βίαια ότι η Σεντραλμπάλτ δεν αντιπροσώπευε τους απλούς ναύτες του στόλου, και τελικά διαλύθηκε με διαταγή της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής. Οι φαντάροι κατηγορούσαν τις επιτροπές τους για αντεπανάσταση, και φώναζαν με διάπυρα μάτια ότι τα στελέχη τους ανέβαλλαν τις εκλογές στο στρατό βδομάδα με τη βδομάδα, επειδή ήξεραν ότι δεν είχαν πλέον την εμπιστοσύνη των ανδρών στα χαρακώματα και δεν μπορούσε να επανεκλεγούν. Η ίδια διάσπαση είχε επέλθει μεταξύ των αγροτών και των επιτροπών τους, και κάθε φήμη από τις απομακρυσμένες γωνιές της Ρωσίας, υπέδειχνε ότι τα μικρά χωριά, οι κωμοπόλεις και οι πόλεις ακολουθούσαν το παράδειγμα της Πετρούπολης, και ξεσηκώνονταν σε μαζικές εξεγέρσεις.
Οι Μπολσεβίκοι είχαν κατακτήσει ένα βαθμό επιτυχίας μεγαλύτερο από ό,τι περίμεναν. Οι ηγέτες, εξαντλημένοι από την έλλειψη ύπνου, αποθαρρημένοι από την απόρριψη της διανόησης και έχοντας επίγνωση της ανεπάρκειας τους για την απλή σωματική εργασία να φέρουν ψωμί για να κρατηθεί ζωντανή η Πετρούπολη, απέτυχαν εντελώς να συνειδητοποιήσουν τη δύναμη τους. Ένα βαρύ πέπλο αποθάρρυνσης εγκαταστάθηκε στο Σμόλνι.
Ειδήσεις έρχονταν ότι οι Κοζάκοι βάδιζαν ενάντια στην πόλη, και ότι το προπύργιο των εργατών θα δεχόταν επίθεση το επόμενο πρωί. Η Πετρούπολη ξεχύθηκε για να πολεμήσει. Οι πύλες των εργοστασίων άνοιξαν διάπλατα, και ο καταπληκτικός στρατός της Κόκκινης Φρουράς, χωρίς στολές, ανεκπαίδευτος, και σίγουρα χωρίς εξοπλισμό για μάχη με την παραδοσιακή ραχοκοκαλιά του ρωσικού στρατού, αναχώρησε για να υπερασπιστεί την «επαναστατική πρωτεύουσα» και τη νίκη του προλεταριάτου.
Οι γυναίκες περπατούσαν στο πλευρό των ανδρών, και μικρά αγόρια συμπορεύονταν στις παρυφές της πομπής. Μερικά κορίτσια από εργοστάσια φορούσαν κόκκινους σταυρούς πάνω στα μανίκια των λεπτών πανωφοριών τους, και μετέφεραν ένα πενιχρό πάκο από επιδέσμους και υλικά πρώτων βοηθειών. Οι περισσότεροι κουβαλούσαν φτυάρια για να σκάψουν χαρακώματα. Η φλόγα των σταυροφόρων έκαιγε στα μάτια τους, και η πίστη των χριστιανών μαρτύρων στις ψυχές τους, καθώς κατέβαιναν τη Νέφσκι τραγουδώντας και αδιαφορώντας για το τσουχτερό κρύο που έπνεε από τη μεριά της Βαλτικής, και χωρίς να φοβούνται για πρώτη φορά εκείνο τον εχθρό του οποίου και μόνο το όνομα ήταν ένας τρόμος για αμέτρητες γενιές χτυπημένων, τσακισμένων ανθρώπων.
Στις δέκα το βράδυ της Παρασκευής το τηλέφωνο μου χτύπησε, και μια κουρασμένη φωνή ήρθε από το καλώδιο. Ήταν ο λετονός φίλος μου, ο Τζάκομπ Πέτερς.
«Προσπαθώ να μεταφράσω κάτι», είπε. «Είναι πολύ σημαντικό, και δεν ξέρω αρκετά αγγλικά. Μπορείς να βρεις το χρόνο να με βοηθήσεις;»
«Πότε;» τον ρώτησα.
«Τώρα», είπε.
Μισή ώρα αργότερα χτύπησε την πόρτα μου. Το πρόσωπο του ήταν εξαντλημένο από την κόπωση. Δεν είχε κοιμηθεί για τρεις ημέρες, και έμοιαζε εντελώς συνθλιμμένος και αποθαρρημένος. «Είναι το διάταγμα για την ειρήνη προς τα εμπόλεμα έθνη του κόσμου», είπε. «Πρόκειται να το στείλουμε μέσω ασυρμάτου σε κάθε γλώσσα. Μου έχουν αναθέσει την αγγλική μετάφραση. Δεν έχουμε κανένα να μας βοηθήσει. Είναι φοβερό ότι υπάρχουν τόσο λίγοι από εμάς που μπορεί να κάνουν αυτό το πράγμα».
Καθίσαμε στη γραφομηχανή μου και ο Πέτερς αγωνιζόταν με τις δύσκολες ρωσικές λέξεις. Αν και μπορούσε να μιλά ρωσικά, οι γνώσεις του των λεπτών σημείων της γλώσσας δεν ήταν καθόλου καλές. Έπρεπε να τα μεταφράζει πρώτα στο μυαλό του στα λετονικά, και μετά στα αγγλικά, και ο κακόμοιρος, κουρασμένος εγκέφαλος του σχεδόν τρελαινόταν με την εργασία. Σιγά-σιγά κατέγραψα τις λέξεις. Μετά από μια ώρα το άθροισμα των κόπων μας κάλυπτε μισή δακτυλογραφημένη σελίδα. Ξεκινήσαμε αρκετά άνετα με τον τίτλο:
ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ
Και συνεχίσαμε:
Το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των Εργατών, των Στρατιωτών και των Αγροτών Βουλευτών ενέκρινε ομόφωνα το ακόλουθο διάταγμα για την ειρήνη, 26 Οκτώβρη -8 Νοέμβρη.
Η Κυβέρνηση των Εργατών και των Αγροτών που σχηματίστηκε με την Επανάσταση της 24ης και 25ης του Οκτώβρη (παλιό στυλ), και επικυρώθηκε από το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των Εργατών, των Στρατιωτών και των Αγροτών Βουλευτών, ζητεί από τους αντιμαχόμενους λαούς και τις κυβερνήσεις να αρχίσουν αμέσως διαπραγματεύσεις για μια δίκαιη και δημοκρατική ειρήνη- για τη δίκαιη και δημοκρατική ειρήνη για την οποία η πλειοψηφία των εξαντλημένων, δοκιμαζόμενων και ταλαιπωρημένων από τον πόλεμο εργατών περιμένει με λαχτάρα σε όλες τις εμπόλεμες χώρες· την ειρήνη την οποία οι αγρότες και οι εργάτες της Ρωσίας έχουν ζητήσει επίμονα από την ανατροπή της μοναρχίας του τσάρου, δηλαδή, μια ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις και με αυτο-προσδιορισμό των λαών.
Ήταν μόνο η πρώτη παράγραφος. Ο Πέτερς κοίταξε απελπισμένος στο μακροσκελές έγγραφο μπροστά του, και έτριψε τα κουρασμένα μάτια του.
«Υποθέτω ότι είναι χωρίς νόημα», είπε. «Δεν θα μπορούσε να το τελειώσουμε, αν δουλεύαμε όλη τη νύχτα. Τα ρωσικά μου δεν είναι αρκετά καλά. Αν είχαμε μόνο μερικούς μεταφραστές! Αν είχαμε μόνο μερικούς στενογράφους!»
Εδώ ήταν αυτή η νέα κυβέρνηση των Λαϊκών Επιτρόπων που ετοίμαζε ένα έγγραφο για το οποίο ευελπιστούσαν ότι θα επαναστατικοποιούσε την κατάσταση στον δοκιμαζόμενο κόσμο, και δεν υπήρχε κανείς να το μεταφράσει εκτός από έναν Λετονό που δεν είχε κοιμηθεί για τρεις μέρες, και μια αμερικανίδα πολεμική ανταποκρίτρια.
Όταν ο Πέτερς σηκώθηκε να φύγει, άπλωσε το χέρι του.
«Αυτή μπορεί να είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω», είπε. «Αν αποτύχουμε τώρα, όλα θα χαθούν. Στη χώρα μου, η δουλειά είναι όλη στο όνομα μου και ο λαιμός μου θα είναι ο πρώτος που θα κοπεί. Λοιπόν, προσπαθήσαμε, έτσι κι αλλιώς, και αν αποτύχουμε ξέρω ότι θα έρθει η ημέρα που ο κόσμος θα πει ότι η ρημαγμένη Ρωσία έκανε το καλύτερο της για να φέρει την ειρήνη σε όλους τους ταλαιπωρημένους από τον πόλεμο λαούς!»
*Η Μπέσι Μπίτι ήταν αμερικανίδα δημοσιογράφος και ακτιβίστρια. Επισκέφθηκε την επαναστατική Ρωσία δυο φορές, το 1917 και το 1921, όταν πήρε συνεντεύξεις από τους Λένιν, Τρότσκι και Καλίνιν. Το παρόν είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου της The Red Heart of Russia,Νέα Υόρκη 1918, σελ. 201 -24.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα στην ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του περιοδικού ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, τ. 7, Οκτώβριος- Νοέμβριος 2012
Σύντομη Περιγραφή:
Μπέσι Μπίτι(γραμμένο το 1917)
Κάθισα εκεί παρακολουθώντας τους σιωπηλά να αναχωρούν και αναρωτήθηκα τι θα σήμαινε αυτό το βράδυ για το μέλλον της Ρωσίας και του κόσμου. Οι μεταξωτές κουρτίνες κρέμονταν κουρελιασμένες, και εδώ κι εκεί στους τοίχους διακρινόταν το άσχημο σημάδι μιας πρόσφατης σφαίρας. Σε γενικές γραμμές, η καταστροφή ήταν πολύ λιγότερη από ό,τι περιμέναμε να βρούμε. Η δύναμη κρούσης είχε κάνει τη δουλειά της, αποφασισμένη να καταλάβει το ανάκτορο, αλλά να το καταλάβει με τη λιγότερη δυνατή αιματοχυσία, και στις περιόδους ύφεσης ανάμεσα στις καταιγίδες είχαν κάνει συχνές προσπάθειες να κάμψουν την αντίσταση με συναδέλφωση. Κανένας από τους υπερασπιστές δεν είχε σκοτωθεί, αλλά έξι από τους ναύτες που είχαν πολεμήσει στην ανοιχτή πλατεία είχαν πληρώσει με τη ζωή τους για τον επαναστατικό ζήλο τους, και πολλοί άλλοι είχαν τραυματιστεί.


